Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

16. Το ματωμένο θέρος του 1882

Ο Γεώργιος Παχύς από την πλευρά του επικαλείται την ηθική του συνδρομή στην Επιτροπή των αγροτών το 1873 και με επιστολή του στην εφημερίδα «Αιών» περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τις διοικητικές επεμβάσεις και παρανομίες εναντίον των χωρικών, επισημαίνοντας ότι «η ισχύς των Νόμων δεν αφίκετο μέχρι Άρτης…»[1].
Το καλοκαίρι του 1882 οι συγκρούσεις των καλλιεργητών και των ανθρώπων του Καραπάνου οξύνονται, καταλήγοντας στο φόνο δύο κομποταίων:
«…κατά την 12ην ισταμένου περί ώραν 11ην μ.μ. εν τω χωρίω Κομποτίω, ανήκον τω Κ. Καραπάνου, και κατά την θέσιν Κόπραινα, ρήξεως επελθούσης μεταξύ Κομποταίων τινων και αγροφυλάκων, ένεκα επιθέσεως των πρώτων κατά των δευτέρων… αμυνομένων υπέρ τας εμπεπιστευμένοις αυτοίς ιδιοκτησίας, εφονεύθησαν δύο Κομποταίοι χωρικοί και επληγώθη εις αγροφύλαξ… Μετά το γεγονός τούτο συνελθόντες άπαντες οι χωρικοί περιεκύκλωσαν την αποθήκην του χωρίου, και περιπολούσιν ένοπλοι εις διάφορα μέρη αυτού ζητούντες εκδίκησιν. Ευτυχώς η ταχέως επελθούσα εκεί στρατιωτική δύναμις κατόρθωσε να αποσοβήση τας δυναμένας να επελθώσιν ολεθρίους συνεπείας…»[2]. Σύμφωνα με το συντάκτη της καραπανικής εφημερίδας «Άρτα» το αγροτικό ζήτημα στην ομώνυμη επαρχία, που κατά τη γνώμη των εκδοτών της υποκινήθηκε από τον Παχύ χάριν των ιδιοτελών σκοπών του, ενώ είχε κοπάσει, έχοντας αφεθεί η λύση στους αρμόδιους, αίφνης άρχισε και πάλι να παρουσιάζει την πιο ζοφερή του όψη μετά την άφιξη στην Αθήνα κάποιων χωρικών κατόπιν πρόσκλησης του Γ. Παχύ.
Σημειώνεται στην εφημερίδα του τσιφλικά πως «…χωρικοί και ιδιοκτήται ίστανται απέναντι έτοιμοι οι μεν πρώτοι προς αρπαγήν, οι δε δεύτεροι προς άμυναν της περιουσίας των…»[3]. Η καραπανική εφημερίδα εκφράζει και πάλι την πίστη της στην «ιερότητα της ιδιοκτησίας» και διαμαρτύρεται εκ νέου γιατί η όλη κατάσταση θέλει «παραστήσει την Ελλάδα ως φωλεάν κοινωνιστών…»(οι κοινωνιστές είναι για την εποχή το ισοδύναμο των μετέπειτα κομμουνιστών). Αλλά το προκλητικότερο όλων είναι η προσπάθεια αθώωσης των φονέων των αγροτών με επίκληση της γνωμοδότησης (ημερομηνία 22 Ιουλίου 1881) των Π. Παπαρρηγόπουλου, Ι. Α. Τυπάλδου, Α. Βαλλή, Ιω. Ευκλείδη και Α. Χαλκοκονδύλη. Σύμφωνα με αυτή «Ο Κ. Καραπάνος, ευρισκόμενος εν τη νομή των κτημάτων του, δικαιούται αμυνόμενος να μεταχειρισθεί παν μέσον, μη εξαιρουμένης ουδ’ αυτής της βίας, προς απόκρουσιν των επιθέσεων, δι’ ων τρίτοι ήθελον επιχειρήσει πράξεις προσβαλούσας την νομή του…». Αλλά και για προληπτικούς λόγους μπορεί να ζητήσει ο τσιφλικάς τη συνδρομή της διοικητικής αρχής[4]. Ομοίως με εγκυκλίους του υπουργού Δικαιοσύνης στους εισαγγελείς των πρωτοδικείων Λάρισας, Τρικάλων, Βόλου και Άρτας κατ’ απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δίδεται η εντολή για «…να καταστέλλωνται και να καταδιώκονται πράξεις φέρουσαι τον χαρακτήρα της αυτοδικίας ή άλλων κατά της ιδιοκτησίας αδικημάτων…».       
        Η εφημερίδα ευχαριστεί το νέο αστυνόμο Κ. Ξάνθη καθώς δια των αστυνομικών του μέτρων το αγροτικό ζήτημα «είναι ήδη ησφαλισμένο». Ανάλογη ευχαρίστηση εκφράζεται και για το νέο εισαγγελέα Γονατά. Αστυνόμος και εισαγγελέας συνέβαλαν στη σύλληψη των Γ. Παχύ στην Αθήνα και των Δημητρίου Παπακώστα, Αναστάσιου Χ. Ρίζου, Ευστράτιου Παπαρίζου και άλλων στην Άρτα αλλά και στα χωριά Κομπότι, Πέτα και Λιμίνη. Στις 11 Αυγούστου του ίδιου χρόνου 19 συνολικά αγρότες καταδικάστηκαν σε δύο βδομάδες κράτηση από το Πταισματοδικείο Άρτας για παράβαση του άρθρου 528 του Ποινικού Νόμου.
Στο 101ο φύλλο της εφημερίδας «Μέριμνα» κατηγορούνται τόσο οι αρχές της Άρτας (ο νομάρχης Τσαγκαράκης, ο δικαστής Ιωαννίδης, ο αστυνόμος Ξάνθης…) όσο και οι στρατιωτικοί «ότι ο μη συντασσόμενος τω Καραπάνω ραπίζεται εν μέση αγορά υπό αξιωματικών του στρατού…». Η εφημερίδα «Άρτα» απαντά ότι «ουδείς εραπίσθη υπό στρατιωτικού… εκτός τινων των εν τη αντεθνική σπείρα καταλεγομένων…»[5]Τελικά, οι αγρότες αποκαλούνται «αντεθνική σπείρα», ενώ μαθαίνουμε ότι «εν τη μικρά πόλει μας περιωρίζετο Στρατός ανερχόμενος εις χιλιάδας» και οι υποστηρικτές των αγροτών σπέρνουν το μίσος μεταξύ του στρατού και των πολιτών.
  Στην «Άρτα» με ημερομηνία 28 Αυγούστου 1882 διαβάζουμε
«… Οι χωρικοί υπό αγυρτικών προτροπών προέβησαν εις βιαιοπραγίας, εις εμπρησμούς, εις αντιστάσεις κατά της αρχής και επί τέλους θρασυνθέντες προέβησαν και εις σπουδαιότερον, ήτοι ενόπλους συναθροίσεις και διαμαρτυρήσεις και εις θεατρικάς προς μετανάστευσιν επιδείξεις, πράγματα άτινα ενώ αφ’ ενός προσβάλλουσι καιρίως την εθνικήν αξιοπρέπειαν, φέρουσιν εξ άλλου πάντα τα στοιχεία της στάσεως. Δια τούτο η δικαστική αρχή, ουχί τη υποκινήσει του κ. Καραπάνου ή ετέρου… προέβη εις την σύλληψιν των ενόχων και των ηθικών αυτουργών…». Η κατηγορία εναντίον των κινηματιών αγροτών είναι βαρύτατη, ήτοι ένοπλη στάση. Ενώ η μαζική κίνηση των πετανιτών και η μετανάστευση στο «τούρκικο» θεωρούνται «θεατρικές επιδείξεις». Τέλος, δηλώνεται ότι η δικαστική αρχή συλλαμβάνει και τους φυσικούς και τον ηθικό αυτουργό, τον Γ. Παχύ. Ο τρόπος, μάλιστα, που ο συντάκτης της εφημερίδας δηλώνει την μη ανάμιξη του Καραπάνου, φανερώνει ότι όλες οι ενέργειες των αρχών γίνονται με την «υποκίνηση» του τσιφλικά. Στο ίδιο φύλλο ανακοινώνεται ότι «Ο κ. Γ. Παχύς ο δυνάμει εντάλματος συλλήψεως της δικαστικής αρχής αφίχθη ενταύθα υπό συνοδείαν στρατιωτικήν…».  
Η ανάγνωση του εντάλματος έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία του αγροτικού ζητήματος και των εμπλεκομένων σ’ αυτό: «Ο Γεώργιος Παχύς κάτοικος Αθηνών κατηγορείται ότι μετά του Αντωνίου Ζυγομαλά βουλευτού Αθηνών, Δημητρίου Παπακώστα ή Χαντζή, Αναστασίου Χριστοδούλου Ρίζου και άλλων υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναποφάσισαν την εκτέλεσιν της επομένης πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλοις αμοιβαίαν συνδρομήν εκ προθέσεως παρακίνησαν τους Ιωάννην Βλαχοπάνον, Απόστολον Χαβέλλαν, Γεώργιον Παπαρίζον, Βασίλειον Ταμπράκαν, Στράτου Μουρίκην, Γεώργιον Γρίλλιαν, Γεώργιον Πίτσιλαν, Παπαγεώργιον Σοικίλιον, Χρήστον Παπακώσταν, Δημ. Παπακώσταν, Κως. Χαβέλλαν, Θεόδωρον Σακκιάν, Αθανάσιον Τζαβάραν, Σπυρον Τζαβάραν, Γεώργιον Μπουραντάν, Κων. Μπακογιάννην, Ιωάννη Μπουραντάν, Ιωάννην Κοκορόσκον, Αθανάσιον Γρίλλιαν, Χαράλαμπον Βαγενάν, Αναγνώστην Πασσαμέρην, Πέτρον Παπαγεωργίου, Αθανάσιον Μπαντίδον, Χρίστον Τσίστουλαν, Δημ. Ιωάννου, Αθανάσιον Βαγενάν, Αντώνιον Χαβέλλαν, Ανας Γερογιάννην, Δημ. Μπότσην, Βασίλειον Πεταλήν, Θεοδ. Σταύρου, Φώτην Σκαλτσούνην, Γεώργιος Μήτσου, και άλλους καλλιεργητάς των χωρίων Πέτα, Μπάνη, Σικιαίς, Λιμήνη, Τσουπί Σελλάδες εις εκτέλεσιν των ακολούθων αξιόποινων πράξεων συμβουλεύοντες αυτούς μετ’ απάτης, πειθούς και φορτικότητος και μεταχειριζόμενοι επίτηδες ως έρμαιον το εις ό ευρίσκονται ούτοι πάθος της πλεονεξίας, του φθόνου και του μίσους κατά των γαιοκτημόνων, ούτοι δε εξετέλεσαν τας πράξεις ταύτας, ήτοι Α) Υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναπεφάσισαν την εκτέλεσιν της επομένης πράξεως και ένεκα ταύτης συνομολογίσαντες προς αλλήλοις αμοιβαίαν συνδρομήν, συνιδιοκτήμονες δε όντες των καρπών της εφετινής εσοδείας σίτου, κριθής, βρώμης, βρύζης κλπ. οι οποίοι παρήχθησαν από τας εν τη περιφερεία των χωρίων Μπάνη, Κομπότη, Πέτα, Σελλάδες, Λιμήν, Συκιαίς και Τσοτπί υπό του Κ. Καραπάνου και της συζύγου του, των αδελφών Μισσίων, της Μητροπόλεως Άρτης, του Μουρτεζά αγά, ενοικιαστού και Ιουσούφ Μπέη κατεχομένας και παρ’ εκάστου των ειρημένων καλλιεργητών καλλιεργηθείσας γαίας και οι οποίοι θερισθέντες έκειντο εν τοις αλωνίοις των ειρημένων χωρίων, από τα μέσα Ιουνίου μέχρις 20 Αυγούστου 1882 αφήρεσαν τους καρπούς αυτούς, κοινούς όντας ως ανήκοντας κατά 30% εις τους γαιοκτήμονας και κατά 70% εις τους καλλιεργητάς, προς βλάβην των λοιπών συμμετόχων, ήτοι των ειρημένων γαιοκτημόνων. Των καρπών δε τούτων η κλοπή μετά το ανήκον εις τους ιδιοκτήτας των γαιών μερίδιον υπερβαίνει το ποσόν των τετρακοσίων δραχμών…».
Από το ένταλμα μαθαίνουμε τους άλλους, πολύ μικρότερου βεληνεκούς, γαιοκτήμονες της Άρτας, όπως ήταν οι αδελφοί Μίσσιοι, ο Ιουσούφ Μπέης αλλά και η Μητρόπολη Άρτας! Το ποσό δε των τετρακοσίων δραχμών, που αντιστοιχούσε στο μερίδιο των «ιδιοκτητών», καταδεικνύει ότι ήταν πιο συμφέρουσα για τον Καραπάνο η πώληση των τσιφλικιών του με δόσεις και μεγάλο επιτόκιο παρά η νομή του 30% και αργότερα του 20% της σοδειάς. Αλλά βρισκόμαστε ακόμα στη μετωπική σύγκρουση των καλλιεργητών με τις κρατικές και άλλες δυνάμεις των τσιφλικάδων. Ιδού πως περιγράφει το ένταλμα τις εξελίξεις:
«…Β) Πλείοντες των δύω… ηνώθησαν προς εκτέλεσιν… εμπρησμών αποθηκών και οικημάτων, ζωοκτονιών και άλλων φθορών ξένης ιδιοκτησίας, αντιστάσεως κατά της αρχής και φόνων. Γ) Ούτω ηνωμένοι(σ.σ. συστήνοντας δηλαδή συμμορία) και υπό κοινού συμφέροντος κινούμενοι συναποφάσισαν την εκτέλεσιν των παρακάτω πράξεων και ένεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αμοιβαίαν συνδρομήν. 1) Την νύκτα της 11-12 Ιουνίου ε.έ. (σ.σ. 1882) εν Σελλάδες έβαλον πυρ εις δύο οικήματα του κ. Γ. Καλαμπόκη προσεγγίζοντα τοσούτον εις κατοικίας και κατασκηνώσεις ανθρώπων, ώστε ηδύναντο να μεταδώσωσιν εις ταύτα το πυρ, το δε πυρ εξερράγη και αποτέφρωσε τους οικίσκους αυτούς. 2) Την νύκτα της 29-30 Μαΐου ε.έ. εν Σελλάδες σκοπούντες να εκτελέσωσιν ανθρωποκτονίαν κατά του Ιουσούφ Γαρδίκη επιστάτου, εκ προμελέτης απεφάσισαν και εσκεμμένως επεχείρησαν εξωτερικήν πράξιν περιέχουσαν αρχήν εκτελέσεως , ήτοι επυροβόλησαν κατ’ αυτού εκ μικράς αποστάσεως δι’ όπλων πεπληρωμένων εκ πυρίτιδος και σφαιρών, αλλ’ από ανεξάρτητα της θελήσεώς των περιστατικά απέτυχον του σκοπού των. 3) Την 8 Ιουνίου ε.έ. εν Σελλάδες έβαλον πυρ εις την αποθήκην του Μουρτεζά αγά ήτις εχρησίμευε προς κατοίκησιν και κατωκείτο, όπερ εκραγέν αποτέφρωσε αυτήν. 4) Κατά τας αρχάς Ιουλίου ε.έ. εν Συκιαίς έβαλον πυρ εις θεμονίαν του Ιωάννου Γρίβα ήτοι εις τους συγκεκομισμένους και εις το ύπαιθρον έτι κειμένους καρπούς των αγρών του, το δε πυρ εξερράγη και απετέφρωσεν αυτήν. 6) Την νύκτα της 11-12 Αυγούστου ε.έ. εν τω χωρίω Πέτα εκ προθέσεως απέκτηναν δύο βόας των ιδιοκτημόνων Χ. Σερβετά και Α. Ευστρατίου προξενήσαντες εις αυτούς ζημίαν υπερβαίνουσαν τας χιλίας δραχμάς. 7) Την νύκταν της 14-15 Αυγούστου ε.έ. εν Πέτα έβαλον πυρ εις την πλήρη αχύρου αποθήκην του Δημητρίου Τρίπου Μασίνα προσεγγίζουσα τοσούτον εις κατοικίας και κατασκηνώσεις ανθρώπων ώστε ηδύνατο… 8) Την 15 Αυγούστου ε.έ. εν τη περιφερεία Λιμήνι αντέστησαν εις τους υπηρέτας της Αρχής, ήτοι τους υπό των υπενωματάρχην Ηρ. Σακόπουλον χωροφύλακας θέλοντας να εμποδίσωσι την εκτέλεσιν των παρ’ αυτοίς διατεταγμένων, ήτοι την εντολή ην είχον λάβει να φυλάττωσι και να μη επιτρέψωσι την διαρπαγήν του μεριδίου των καρπών των ανηκόντων εις τον γαιοκτήμονα Κ. Καραπάνον και εν τοις αλωνίοις του χωρίου αυτού κειμένων απειλούντες φόνους κατ’ αυτών και πυροβολούντες αυτούς…».

Αλλά ας δούμε τα γεγονότα πιο αναλυτικά. Η χωροφυλακή αλλά και ο στρατός φύλαγαν στα αλώνια ολόκληρη την ποσότητα της σοδειάς, δηλαδή το 70% της ποσότητας που ανήκε στους καλλιεργητές και το 30% που ανήκε στον τσιφλικά λόγω της πιθανολογούμενης απειλής ότι οι καλλιεργητές θα έπαιρναν μαζί με το δικό τους και το μερίδιο του Καραπάνου. Έτσι, όμως, οι γεωργοί στερούνταν του δικού τους μεριδίου. Η διαμαρτυρία δε των καλλιεργητών την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου οφείλονταν στην έλευση των χωροφυλάκων στα αλώνια κατόπιν εντολής του εισαγγελέα Γονατά, που ζητούσε να επιληφθούν προληπτικά της επαπειλούμενης κλοπής(!) καθώς «από της σήμερον αν ο καιρός βελτιωθή θέλομεν έχει γενικόν αλώνισμα των πρώιμων καρπών»[6].
Σε άλλο δημοσίευμα της εφημερίδας «Άρτα» με ημερομηνία 4 Σεπτεμβρίου 1882 διαβάζουμε απάντηση στην εφημερίδα «Πρωία», όπου συντάκτης ονόματι Βρασύδας περιγράφει τα παθήματα των κατοίκων του χωριού «Μπάνι», που καταδιώκονται από την διοικητική και δικαστική αρχή προς «χάριν πλουσίου ή ισχυρού κτηματίου». Όμως, το χωριό Μπάνη δεν ανήκει στον Καραπάνο διορθώνει η «Άρτα» αλλά «εις τους αδελφούς Μισίους..»[7]. Έτσι, έχουμε έναν περισσότερο ενημερωμένο κατάλογο των γαιοκτημόνων της περιοχής σε μία προσπάθεια της εφημερίδας και του Καραπάνου να τους συσπειρώσει εναντίον των χωρικών.
«… καθ’ όλων των κτηματιών είναι η συνωμοσία των καλλιεργητών και γενική επίσης υπέρ των αδικουμένων πτωχών ή πλουσίων Ελλήνων ή Οθωμανών οίον Καραπάνου, Ζαρείφη, Μισίων, Κοστιφάκη, Γώγου, Κοφίνα, Καραμπέτζου, Μουρτεζά, Τζελάλμπης, Βλαχίδου, Μονής Κάτω Παναγιάς, Μητροπόλεως, Μονής Φανερωμένης, Μονής Μετοχίου, Μονής Μελάταις, Κατζοδήμας, Αδελφών Αντωνόπουλων, Κυρίας Αλιάμπεν, Κυρίας Καστρινού, Ζουλεφκάρ Εφέντη κλπ…»[8].
Απέναντι στους γαιοκτήμονες της Άρτας βρίσκεται ουσιαστικά, σύμφωνα με την εφημερίδα του Κ. Καραπάνου, ο βουλευτής Γ. Παχύς, που, αποσκοπώντας στην ψήφο των χωρικών, επιχειρεί να δημιουργήσει κοινωνικό ζήτημα, πείθοντάς τους πως αν ξεσηκωθούν όλοι και αρπάξουν τους καρπούς που ανήκουν στους κτηματίες(γεώμορο), θα τους εξώσουν από τα κτήματα και η Βουλή θα επιλύσει το θέμα υπέρ των πολλών. Αυτά τα κάνει ο Γ. Παχύς, συνεχίζει ο συντάκτης του άρθρου, γιατί δεν έχει κτήματα στην Άρτα. Γι’ αυτό ερωτάται:
«… Αλλά Κύριε Παχύ διατί να περιορισθή η τάσις αύτη εις την διαρπαγήν μόνον των καρπών και των ακινήτων κτημάτων της επαρχίας Άρτης ουχί δε και εις τα χρήματα, τας γαίας και τας οικίας των εν Αθήναις και αλλαχού πλουσίων; […] Εάν διηρπάζετο εν Αθήναις το Λαυριοφάγον ταμείον του κ. Παχύ, όστις μάλιστα εξαπατήσας το Δημόσιον, ότι δήθεν εκ των σκωριών έμελλεν να κατασκευάση πήλινα αγγεία, έλαβε την παραχώρισιν του Λαυρίου[9] και απεταμίευσε τον άργυρον αυτού, δεν ήθελε διαρραγή κραυγάζων κατά των αρχών, εάν δεν εμερίμνων δια την ανακάλυψιν και απόδοσιν των χρημάτων και δια την τιμωρίαν των κλεπτών; Τι έπρεπε να ενεργήση η Αρχή, όταν, γινώσκουσα ότι οι αδελφοί Μίσιοι κατέχουσι το Μπάνι 50 έτη προ της γεννήσεως του Αλή Πασά ότι ούτοι έκτοτε εισπράττουσιν άνευ της ελαχίστης αντιρρήσεως το γεώμορον ή το ίμορον, και ότι τοιαύτην αναμφισβήτητον κατοχήν και κυριότητα έχουσιν πάντες οι ιδιοκτήται άλλων χωρίων…». Και στο ερώτημα γιατί τότε απέδιδαν το γεώμορο; Η εφημερίδα γράφει: «…ακούει κανείς μετά θρασύτητος εκ στόματος αυτών τότε ίσχυεν ο Σουλτάτος(sic),δεν αναγνωρίζομεν νυν Κυρίους, δεν δίδομεν γεώμορον, αναμένομεν να ίδωμεν τι θα αποφασίση η Βουλή δι’ όλον τον κόσμον. Ας πωληθώσι τα κτήματα να τα αγοράσωμεν ημείς…». Και καταλήγει η εφημερίδα: «…Ευτυχώς αι Αρχαί ενταύθα ούτε μεγάλους ούτε μικρούς ούτε τον πάταγον της ‘’Πρωΐας’’ φοβούνται. Αλλ’ ευσυνειδήτως και γενναίως εκπληρούσαι το καθήκον έσωσαν τον τόπον από την αναρχίαν»[10]
Στο φύλλο της 15ης Οκτωβρίου 1882 της εφημερίδας «Άρτα» διαβάζουμε για το βούλευμα που εξέδωσε το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας για τον Γ. Παχύ και τους λοιπούς κατηγορούμενους για τα γεγονότα στην Άρτα. Το βούλευμα δικαιώνει τους καλλιεργητές και ουσιαστικά απαλλάσσει αυτούς και τον Παχύ για «εγκληματικήν πράξιν» και εκτιμά ότι έγκλημα διέπραξαν οι ιδιοκτήτες-τσιφλικάδες! Αλλά είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι θεωρεί πως το γεώμορο(σ.σ. αξίωση μόνο για το γεώμορο και όχι κατοχής) αποδίδονταν στους γαιοκτήμονες και επί τουρκοκρατίας, ήτοι «προ αιώνος», «κατ’ έθιμον»! Συγκεκριμένα η απόφαση αναφέρει ότι
«Το συμβούλιον των ενταύθα πλημμελειοδικών δια του βουλεύματος παραδέχεται αφ’ ενός, ότι οι ιδιοκτήται των χωρίων τούτων έχουσι την νομήν επ’ αυτών και των εν αυτοίς γαιών, εκτός δε πάσης αμφισβήτησεως θεωρεί ότι οι καλλιεργηταί των ιδιοκτητών τούτων απέδιδον προ αιώνος αυτοίς κατ’ έθιμον αδιάκοπον και ομοιόμορφον εκ των παραγομένων καρπών 30%, αφ’ ετέρου όμως παραδέχεται ότι οι ιδιοκτήται έχουσι αξιώσεις επί των χωρίων τούτων και των εν αυτοίς γαιών. Κατά τας σκέψεις ταύτας μάλλον οι καλλιεργηταί είναι κάτοχοι, και οι ιδιοκτήται έχουσι κατ’ αυτών αξιώσεις, επομένως ουχί ορθώς εχαρακτήρισε την πράξιν των καλλιεργητών εγκληματικήν συγκομισάντων τους καρπούς εφ΄ων οι αξιώσεις των ιδιοκτητών, ενώ έγκλημα διέπραξαν οι ιδοκτήται, οίτινες δια των οργάνων της εξουσίας, μηδέ της δικαστικής εξαιρουμένης, έλαβον παρά των καλλιεργητών τους καρπούς κατεχομένους παρ’ αυτών, των οποίων το Συμβούλιον εξαίρει την ενέργειαν ως νόμιμον και ως συντελέσασα εις το να μη λάβη μείζονας διαστάσεις και μεγαλήτερον εγκληματικόν χαρακτήρα η διαρπαγή της περιουσίας…».
Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας είναι φανερό ότι προσπαθεί να λειτουργήσει πυροσβεστικά και συνεπώς η απόφαση είναι αμφίσημη. Το γεγονός, όμως, ότι θεωρεί ότι το έγκλημα το έκαναν οι ιδιοκτήτες-τσιφλικούχοι συνιστά σταθμό στον αγώνα των αγροτών και μαρτυρά πως όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από το σύστημα του εντόπιου παρα-κρατικού δικτύου εξουσίας του Καραπάνου, αυτές μπορεί να καταστούν δικαιότερες. Μάλιστα, η εφημερίδα του Καραπάνου «Άρτα» αναφέρει ότι οι καλλιεργητές στο Βελεντσικό και τη Λουψίστα αφαίρεσαν πινάκια σίτου αξίας πλέον των 2000 δραχμών, πράγμα το οποίο κατήγγειλε ο Κ. Καραπάνος προς τον εισαγγελέα της Άρτας και παρόλο που ο τσιφλικάς πρότεινε διάφορους μάρτυρες για να αποδείξει την πράξη στο Συμβούλιο, αυτό ούτε τους τους μάρτυρες εξέτασε αλλά ούτε και τον ίδιο τον Καραπάνο. Οι συγκεκριμένοι δικαστές επισήμαναν ότι
«Επί της προκειμένης υποθέσεως (σ.σ. Βελεντσικό και Λουψίστα) οι καλλιεργηταί κατά τα ανωτέρω δεν ηδύναντο ακωλύτως να επιληφθώσι των καρπών, κώλυμα δε αυτών ήτο η ενταύθα θέλησις του ιδιοκτήτου αντιπροσωπευομένη δι’ αγροφυλάκων και επιστατών οίτινες δεν επέτρεπον τοις καλλιεργηταίς ούτε καν να θίξουν τους καρπούς πριν ή οι ιδιοκτήται λάβωσιν το εις αυτούς ανήκον ποσοστόν εξ αυτών…».
Το βούλευμα απάλλαξε των κατηγοριών τόσο τον Παχύ όσο και τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Γι’ ο συντάκτης της εφημερίδας «Άρτα» σημειώνει:
«… Φρονούμεν ότι το Συμβούλιον των εν Κερκύρα Εφετών… θα μεταρρυθμίση το ανωτέρω βούλευμα και παραπέμψει τον τε Παχύν και τους μετ’ αυτού κατηγορουμένους επί κλοπή, εις βαθμόν κακουργήματος…»[11].
Όπως διαβάζουμε στην ίδια εφημερίδα και στη στήλη «ΔΙΑΦΟΡΑ» της 15ης, ομοίως, Οκτωβρίου του ίδου έτους, με διαταγή του εισαγγελέα εφετών της Κέρκυρας μεταφέρθηκε εκεί από τις φυλακές της Άρτας ο Γ. Παχύς. Συγκεκριμένα
«…Το παρελθόν Σάββατον υπό συνοδείαν χωροφυλάκων ανεχώρησεν εντεύθεν (σ.σ. ο Γ. Παχύς) προπεμπόμενος υπό των ολίγων φίλων του εν οις διεκρίνοντο ο κ. Γ. Γ. Γκίνος διευθυντής του ενταύθα Ταχυδρομείου και Αλ. Μουρούζης Ιατρός όστις και πρότινος είχε προπέμψει τον κ. Ι. Καραπάνον συνοδεύοντα την οικογένειαν αυτού. Τοιούτοι χαρακτήρες τιμώσι τους ανωτέρω Κυρίους…».
Ούτε λίγο ούτε πολύ εν προκειμένω η διεύθυνση της εφημερίδας «Άρτα» κατά ένα τρόπο «φακελώνει» και «καρφώνει» τους καραπανικούς που λειτουργούν σε διπλό ταμπλό. Πρόκειται, άραγε, για τις εσωτερικές αντιθέσεις του εντόπιου καραπανικού παρα-κρατικού δικτύου; Ενδεχομένως πρόκειται για αλληλοκαρφώματα του μηχανισμού αυτού προς το μεγάλο αφεντικό. Η εφημερίδα, μάλιστα, σχετικώς αυτονομημένη από τους ιδιοκτήτες της συνεχίζει ειρωνευόμενη για αγνωμοσύνη και τον διευθυντή του Ταχυδρομείου:
«… Είναι όλως απολίτιστοι οι μεμφόμενοι τον κ. Γκίνον δια τούτο, διότι είναι μεν αληθές ότι ούτος διωρίσθη διευθυντής του Ταχυδρομείου υπό του κ. Καραπάνου και διατηρείται υπ’ αυτού, ουδόλως όμως τούτο υποχρεοί…». Αλλά ο Γκίνος θα εκδιωχθεί πάραυτα από το καραπανικό κόμμα στο οποίο ανήκε.             
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

[1] Εφημερίδα «Άρτα» 10 Ιουλίου 1882. Σ’ αυτό το φύλλο μαθαίνουμε ότι ο Γ. Παχύς ήταν διατεθειμένος να δανείσει στους κομποταίους 10 χιλιάδες λίρες με τόκο 8% και με υποθήκη το χωριό για να το εξαγοράσουν από τον Κ. Καραπάνο.
[2] Εφημερίδα «Άρτα» 15 Ιουλίου 1882
[3] Στο ίδιο φύλλο της «Άρτας»
[4] Στο φύλλο της 19ης Αυγούστου της εφημερίδας «Άρτα» αναγράφεται ότι υπάρχουν κατηγορίες ότι «οι ιδιοκτήται έχουν εν τη υπηρεσία των ληστάς ως αγροφύλακας…».
[5] Στο ίδιο φύλλο της «Άρτας»
[6] Εφημερίδα «Άρτα» 28 Αυγούστου 1882
[7] Με ένα «σ» γράφεται εδώ
[8] Εφημερίδα «Άρτα» 4 Σεπτεμβρίου 1882
[9] Με βασιλικό διάταγμα παραχωρήθηκαν χιλιάδες στρέμματα στην Καμάριζα και αλλού στο Λαύριο. Γεγονός που δικαιολογεί τη σχέση συμφέροντος του παλατιού με τον Γ. Παχύ.
[10] Στο ίδιο φύλλο της «Άρτας»

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

15. Το αγροτικό ζήτημα και ο Κ. Καραπάνος-Το ματωμένο θέρος του 1882

 Αλλά ποια είναι η εκδοχή του Κ. Καραπάνου; Ο Καραπάνος όπως και ο πεθερός του Χρηστάκης Ζωγράφος αγόρασαν από τους Οθωμανούς την Άρτα και τη Θεσσαλία. Σύμφωνα με τη συνθήκη παραχώρησης στην Ελλάδα των δύο αυτών περιοχών θα εξακολουθούν να ισχύουν και να προστατεύονται οι ιδιοκτησίες και τα συμβόλαια που υπήρχαν επί Οθωμανών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προστατεύονται όχι μόνο με εθνική αλλά με διεθνή εγγύηση τα κτήματα των Καραπάνου, Ζωγράφου και των άλλων τσιφλικούχων. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο αν γνωρίζει κανείς τα διαδραματισθέντα στο συνέδριο του Βερολίνου αλλά και στην Κωνσταντινούπολη και το ρόλο αφ’ ενός του Καραπάνου(ως γνωστόν συμμετείχε και στο διπλωματικό σώμα της Υψηλής  Πύλης-πρεσβεία Παρισίων) και αφ’ ετέρου του Καραθεοδωρή[1], εκπροσώπου των Οθωμανών στο Βερολίνο. Γενικώς, στις περιοχές που δεν κατακτήθηκαν από τους επαναστάτες (Αττική, Φθιώτιδα, Εύβοια…) οι μουσουλμάνοι γαιοκτήμονες είχαν το δικαίωμα βάσει του πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας(Λονδίνο 1830) να μεταβιβάσουν τα δικαιώματά τους σε εύπορους ιδιώτες. Το ίδιο συνέβη με τη συνθήκη του Βερολίνου(1878) και τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης(1881). «Οι μουσουλμάνοι γαιοκτήμονες που αποχωρούσαν πούλησαν τα δικαιώματά τους, σε χαμηλές τιμές, σε Έλληνες χρηματιστές και τραπεζίτες της Κωνσταντινούπολης…»[2]. Η διαφορά στη Θεσσαλία και στην Άρτα είναι ότι το ελληνικό Δημόσιο (Χ. Τρικούπης, Θ. Δηληγιάννης) αμφισβήτησε  το νομικό περιεχόμενο του «τασαρούφ»(ό,τι δηλαδή ίσχυε στη νότια Ελλάδα ως δικαίωμα κατοχής της καλλιεργήσιμης έκτασης), εξομοιώνοντάς το με «απλή εκμίσθωση» προς όφελος των νέων τσιφλικάδων. Μάλιστα, ο Καραπάνος παραθέτει στο βιβλίο του[3] και αντίγραφα συμβολαίων με μισθωτές πέντε εκ των κτημάτων του. Μόνο που πρόκειται για «αχυρανθρώπους» ή ανθρώπους του συστήματός του. Για την ακρίβεια ο Αντώνιος Ι. Χαβέλας, ζευγηλάτης από το Κομπότι, ο Αναστάσιος Πάτζης αρτινός έμπορος και ο Χρήστος Παναβέλης έμπορος από τους Κωστακιούς και δηλώνων κατοικία, αυτή του ενός εκ των τριών επιστατών του Καραπάνου, του Δημητρίου Παναβέλη, είναι οι εικονικοί ενοικιαστές των κτημάτων Καραπάνου. Οι εγγυητές είναι ο διαμένων στην Κέρκυρα… Δημήτριος Παναβέλης(διετέλεσε και πρόεδρος του μουσικοφιλολογικού συλλόγου Σκουφάς) και ο Σπυρίδων Κοτζάνης ή Κοτσιάνης (Η χρονολογία του συμβολαίου είναι 11 Χαζηράν 1296-1297 Ρετζέπ 16 έτος σεληνιακόν- ή 1880 Ιουνίου 11 –έτος παλαιόν). Οι μάρτυρες της διαδικασίας ήταν ο Παντελής Κ. Οικονόμου και ο Δημήτριος Ζάρας, ενώ ο Γεώργιος Ν. Βαρζέλης( αργότερα πολιτεύτηκε δίπλα στον Καραπάνο) ήταν ο «Επίτροπος» του Κ. Καραπάνου, διαμένοντος προσωρινά στην Κέρκυρα.
Πάντως, αν και το πρόβλημα είναι αμιγώς πολιτικό, ο Καραπάνος θα παρασύρει τους αντιπάλους του, εν προκειμένω τον Γ. Παχύ και τους εκπροσώπους των αγροτών της Άρτας σε μία άνευ προηγουμένου νομική διαμάχη όπου ο πρώτος υπερτερούσε, όχι τόσο για το δίκιο του αλλά γιατί είχε υπέρ αυτού τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, άρα και τον νομικό. Επίσης, η διεθνής συνθήκη παραχώρησης είχε γίνει στα μέτρα του αλλά και ο Χ. Τρικούπης ήταν υπέρ αυτού στην προσπάθεια να προσελκύσει στην Ελλάδα τα κεφάλαια της ελληνικής διασποράς.
Αλλά και οι αντίπαλοι του Χ. Τρικούπη(Δηλιγιάννης κ.ά.) ήταν ουσιαστικά της αυτής πολιτικο-ιδεολογικής αντίληψης με τον Καραπάνο. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ψευδώς ότι «Οι καλλιεργηταί των χωρίων Άρτης… δεν εξηγέρθησαν κατά των ιδιοκτητών, ειμή ολίγας ημέρας μετά την είσοδον του Ελλ. Στρατού, ότε αι επιστολαί και οι απεσταλμένοι του δήθεν πάτρωνος αυτών έπεισαν αυτούς, ότι η πολιτική μεταβολή της πατρίδας των επέφερε και την κατάργησιν της ιδιοκτησίας, και ότι δέον να αντιτάξωσι μεν την βίαν κατά των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών…»[4].
Ο ισχυρισμός ότι οι καλλιεργητές ασκούν βία εναντίον των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών είναι αναγκαίος για να νομιμοποιήσει είτε την επίκληση της συνδρομής της εξουσίας ώστε να αποκρουσθεί η βία είτε για τη δημιουργία «παρακρατικών ομάδων» ασφαλείας των τσιφλικάδων. Ο Καραπάνος επικαλείται το άρθρο 99 του Ποινικού Νόμου σύμφωνα με τον οποίο «όπου η βοήθεια της αρχής δεν δύναται(διότι δεν είναι πρόχειρος) να αποτρέψη παράνομον επίθεσιν, η δι’ οικείας δυνάμεως άμυνα συγχωρείται κατά των ζητούντων να επιπέσωσι βιαίως εις κτήματα παρ’ άλλων κατεχόμενα». Το άρθρο αυτό νομιμοποιεί στην πραγματικότητα τους «παραστρατιωτικούς» μηχανισμούς των τσιφλικάδων.
 Οι αγρότες, όμως, είχαν εξεγερθεί πολλές φορές στο παρελθόν με κορυφαία περίπτωση εκείνη του 1873. Σε κάθε, μάλιστα, περίπτωση δεν ήταν ο Παχύς εκείνος ο οποίος τους ξεσήκωσε. Παραδόξως, όμως, η άποψη ότι το αγροτικόν ζήτημα και ο ξεσηκωμός στην Άρτα ήταν το πρόσχημα της πολιτικής σύγκρουσης των Καραπάνου-Παχύ επικράτησε τόσο σε κυβερνητικό επίπεδο όσο και στην ελληνική κοινή γνώμη. Το ίδιο επιχειρήθηκε και στη Θεσσαλία, όπου ο Καραπάνος επεδίωξε να συκοφαντήσει το κίνημα. Αναφέρει συγκεκριμένα στη «Δημοκοπία…» του :«Το αυτό έπραξαν και εν Θεσσαλία διάφοροι λαοπλάνοι, οίτινες ως κυρίαν έδραν των δημαγωγικών και ανατρεπτικών αυτών ενεργειών εξελέξαντο το χωρίον Ζάρκον, όπου ο πολύς πληθυσμός των παρακεντέδων, δηλ. των μη γεωργών κατοίκων, των εκμυζώντων τους γεωργούς, ευρίσκει ιδιαίτερον συμφέρον ν’ αφαιρέση αυτούς πάσαν προστασίαν των ιδιοκτήτων. Και εκεί η αυτή διαστροφή των γεγονότων και των δικαίων»[5]. Συνεπώς, για όλα σύμφωνα με τον Καραπάνο, ευθύνονται οι «λαοπλάνοι» με έδρα το Ζάρκο των Τρικάλων και οι «παρακεντέδες» που απομυζούν τους γεωργούς, τους οποίους προστατεύουν οι… ιδιοκτήτες. Δεν φταίνε, λοιπόν, οι τσιφλικάδες, αλλά οι λαοπλάνοι και οι παρακεντέδες[6]! Υπό μία έννοια, η αντιπαράθεση των «παρακεντέδων» και των γεωργών-κολίγων παραπέμπει σ’ αυτό που αποκαλούμε «κοινωνικό αυτοματισμό» ή προσπάθεια δημιουργίας «εμφυλίου» μεταξύ των «κάτω». Κι αυτά έν έτει 1882!  
  Ο Κωνσταντίνος Καραπάνος χρηματοδοτεί τις εφημερίδες «Άρτα» αρχικά και «Άραχθος» στη συνέχεια. Η πρώτη έχει ως στόχο την απελευθέρωση της υπόλοιπης Ηπείρου αλλά τελικά εμπλέκεται σχεδόν αποκλειστικά στο αγροτικό ζήτημα, ενώ η δεύτερη ασχολείται κυρίως με τα συνοριακά προβλήματα και την αποκοπή των αγροτών της Άρτας από τα κτήματά τους στον κάμπο, ο οποίος παρέμενε υπό την οθωμανική κατοχή, προκαλώντας την οικονομική ασφυξία της Άρτας.
Στο κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου της «Άρτας»(5 Σεπτεμβρίου 1881) διαβάζουμε ότι «…η πόλις αύτη άμοιρος τυγχάνει πολυπληθούς και διακεκριμένης ομάδος λογίων… εις τας ελλείψεις δε ταύτας προστίθεται και η μετά της αλλοδαπής έλλειψις συγκοινωνίας. Κατανοούντες, όμως, ότι δια του Τύπου, του εκπολιτευτικού τούτου στοιχείου, θέλομεν τα μέγιστα συντελέση εις την ηθικήν ανάπτυξην του τόπου τούτου… προσέτι δε θέλει περιλαμβάνει πάσαν πληροφορίαν προερχομένην εκ της λοιπής δούλης Ηπείρου και θέλει καταχωρεί ανταποκρίσεις… σκοπούσας να καταστήσωσιν ημάς ενημέρους της καταστάσεως του μέρους εκείνου, όπερ βάσκανος δαίμων αποστέρησε του αγαθού της ελευθερίας διαψεύσας τας αναπτερωθείσας ελπίδας του, φρονούντες ότι ούτω θέλομεν συντελέση εις την ανακούφισην της αδίκου και σκληρής τύχης αυτών…».
Βασικός σκοπός του Καραπάνου είναι να αποτελέσει η Άρτα ορμητήριο για την απελευθέρωση της υπόλοιπης Ηπείρου, συμπεριλαμβάνοντας και τη σημερινή Βόρειο Ήπειρο. «Ο τελευταίος προς δυσμάς σταθμός της Ελλάδος είναι και ο πρώτος καθόσον τυχούσα μόνη εκ της Ηπείρου απάσης, της ελευθερίας οφείλει αντί πάσης θυσίας, και υπέρ πάσαν Ελληνικήν πόλην να συντελέση εις την αποκατάστασιν και των λοιπών της Ηπείρου αδελφών, τοσαύτω μάλλον καθόσον το καθήκον τούτο επιβάλλει αυτή και η Ελληνικωτάτη της Ηπείρου ιστορία…» άλλο απόσπασμα από το κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου της «Άρτας», το οποίο φανερώνει ότι ο Καραπάνος προετοίμαζε την απελευθέρωση της Ηπείρου. Όταν, μάλιστα, πέθανε ο τσιφλικάς, όπως είδαμε, τα παιδιά του συμμετείχαν στον λεγόμενο «Ηπειρωτικό αγώνα», που έληξε άδοξα. Στο ίδιο άρθρο, πάντως, δηλώνεται η εχθρότητα προς τη «λαϊκή ακολασία» και η κακώς εννοούμενη ελευθερία και ισότητα, η οποία «απαιτεί τάξιν και ηθικότητα»! Από αυτά καθίσταται πρόδηλο πως το κείμενο ανήκει στον Κ. Καραπάνο, καθώς απηχεί τον ακραίο πουριτανισμό του και, βεβαίως, την τάξη και την ηθική του, που εναντιώνεται στην ελευθερία και την ισότητα.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1881 εκδίδεται έκτακτο φύλλο της εφημερίδας «Άρτα» που αναφέρει ότι « κινείται μετ’ απροσδοκήτου τόλμης ζήτημα σκοπούν να υποκαταστήση εις την λήξασαν οθωμανικήν εξουσίαν, την αναρχίαν, και τίποτε ολιγώτερον ή την Παρισινήν κοινότητα και την κοινοκτημοσύνην, εν τη περιφερεία Άρτης. Εάν ο μέγας του απόρου λαού αριθμός, αποφασίση αθρόος να επιπέση και διαρπάση την περιουσίαν των πλουσίων, η κοινωνία εν η ήθελεν τούτο συμβή της προόδου ή της αποσυνθέσεως την οδόν πορεύεται. Το ζήτημα τούτο γεννά το εν γένει λεγόμενον αγροτικόν ζήτημα της Άρτης…». Φόβος, συνεπώς, για εξανάσταση του «απόρου λαού» και την εγκαθίδρυση συστήματος κοινοκτημοσύνης κατά το ανάλογο της Παρισινής κομμούνας, η οποία θεωρείται συνώνυμη της αναρχίας!
Όπως αναφέρεται στο ίδιο άρθρο «… η δια των φύλλων την 29 και 31 Αυγούστου της Εφημερίδος των Αθηνών ανακίνησις αυτού παρά των οδηγών του εν Άρτη συνδέσμου Στράτου Παπαρίζου χωρικού Κομποτίου και Κ. Μηλιώτου δικηγόρου. Δια των περί ων διατριβών, οι ειρημένοι οδηγοί του αγροτικού συνδέσμου, μέμφονται την στρατιωτικήν δύναμιν ότι εξεβίασεν αυτούς εις την προς τους αυτοαποκαλουμένους ιδιοκτήτας πληρωμήν του γαιωμόρου, προσέτι δε ότι η κυβέρνησις εξέδωκε τοιαύτας διαταγάς, απατηθείσα υπό των μεταβιβαζομένων προς αυτήν εντεύθεν ανακριβών πληροφοριών παρά του Κυρ. Βασιλικού Επιτρόπου…».
Ακολούθως, η καραπανική εφημερίδα επιχειρεί να δικαιολογήσει τον Βασιλικό Επίτροπο ως «υπόδειγμα αξιομίμητον», αλλά και να τον επιτιμήσει, επισημαίνοντας ότι «δεν έσφαλεν υπό την έποψιν της προθέσεως, αλλά της ισχύος της θελήσεως. Το σφάλμα του, ίσως έγκειται, εις το ότι αφήκεν εις τους κατηγορούντας σήμερον αυτόν, το θάρρος και την ελπίδα ότι δύνανται έτι να σφετερισθώσι ξένας ιδιοκτησίας, ενώ ηδύνατο κτυπών το κακόν αποφασιστικώς και συνεχώς… (καθώς) ομοφώνως η κοινωνία της Άρτης, παραπονείται κατά της χαλαρότητος της διοικήσεως… παρά του εν Άρτη Βασιλικού Επιτρόπου, διεξεδικούμεν την προς αγοραίας ευθύνας αδιαφορίαν…».  
Για πρώτη φορά ο Καραπάνος μέσω της εφημερίδας του αντιμετωπίζει το αγροτικό κίνημα, το οποίο κατά τη γνώμη του είναι κατά της ιδιοκτησίας ζήτημα και, μάλιστα, αποτελεί «εγκληματική σύστασιν προς αρπαγήν της ιδιωτικής κτήσεως, δια της συσσωματώσεως και επιθέσεως των πολλών κατά των ολίγων». Η διεκδίκηση αυτή των πολλών κατά των ολίγων είναι αντιδημοκρατική, σύμφωνα με τον συντάκτη, που συνεχίζει αναιρώντας τον εαυτό του αφού η εγκληματική συμμορία αποκαλείται στη συνέχεια κίνημα που επιδιώκει να εκμεταλλευθεί τη μετάβαση στην ελληνική νομική τάξη για να αρπάξει τα κτήματα των ιδιοκτητών:«Οι μη συμμετέχοντες εις το κίνημα κάτοικοι της Επαρχίας Άρτης, ίστανται έκθαμβοι και διαπορούντες περί του πως λειτουργούν οι Ελληνικοί νόμοι… Οι καλλιεργηταί αναμένουσι δι’ αυτούς νέαν 25ην Μαρτίου, ως ημέραν παλιγγενεσίας αναμένουσι την ημέραν της εν Άρτη ενάρξεως και ισχύος των Ελληνικών Νόμων, την 10 Σεπτεμβρίου, όπως υπό το κράτος αυτών εισβάλωσιν εις τα κτήματα και αρπάσωσι ταύτα και τους καρπούς αυτών από τους ιδιοκτήτας… ιδού λοιπόν το αγροτικόν ζήτημα της Άρτης ή μάλλον το κατά της ιδιοκτησίας ζήτημα…».  
Για το διάστημα, λοιπόν, της μετάβασης από τον οθωμανικό στους ελληνικούς νόμους ο Καραπάνος επισείει την εξόχως μεγάλη «ευθύνη της Διοικήσεως» και πριν και μετά τη σύσταση των δικαστηρίων, καθώς από αυτή εξαρτάται η λύση του ζητήματος, η οποία κατά τη γνώμη του είναι χαρακτήρα «καθαρώς αστυνομικού και απειλούντος την δημόσιαν τάξιν, εκθέτοντος δε και την προς παγίωσιν της συνθήκης υποχρέωσιν της Ελληνικής Κυβερνήσεως». Συνεπώς, ο τσιφλικάς εκβιάζει την κυβέρνηση μιλώντας για αθέτηση των όρων της συνθήκης του Βερολίνου που προστατεύει τις τουρκικές ιδιοκτησίες, οι οποίες ανήκουν πλέον στον ίδιο και τους άλλους κατά κύριο λόγο Έλληνες τσιφλικούχους:
«…η μετά της Τουρκίας συνθήκη ανακηρύττει το προς το κτηματικόν καθεστώς σέβας, υπάρχουν δε εις χείρας των ιδιοκτητών τα τουρκικά φορολογικά διπλότυπα περί της φορολογίας των κτημάτων αυτών, όταν οι ιδιοκτήται αναγνωρίζονται ως τοιούτοι υπό των πέραν της γεφύρας καλλιεργητών επί τη βάσει αυτών εκείνων των τίτλων οίτινες υπό των εντεύθεν της γεφύρας καλλιεργητών εμπαίζονται, όταν η μεν πόλις της Άρτης μια φωνή κατά της ανταρσίας βοά…».
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο συντάκτης του άρθρου που εκφράζει απολύτως τις θέσεις του Κ. Καραπάνου, θεωρεί ότι το καθεστώς της ιδιοκτησίας στην απελευθερωθείσα Άρτα είναι το ίδιο με εκείνο του τελούντος υπό οθωμανική κατοχή αρτινού κάμπου. Στον τελευταίο κυριαρχούν Οθωμανοί αλλά και Έλληνες γαιοκτήμονες, όπως ο Καραπάνος. Άρα, η πόλη της Άρτας απαρτιζόμενη από τον κρατικό μηχανισμό, τους ανθρώπους του Καραπάνου και εμπόρους είναι στη συντριπτική της πλειοψηφία φιλοκαραπανική. Το ίδιο ισχύει εν μέρει και με τους χωρικούς του κάμπου. Αλλά οι χωρικοί των απελευθερωμένων χωριών είναι εναντίον του τσιφλικά αλλά και του παρακρατικού μηχανισμού (διαπλοκή κρατικών λειτουργών με επιστάτες, δικηγόρους, δασκάλους, εμπόρους, ληστές και άλλους ανθρώπους του Καραπάνου) που βρίσκεται υπό την άμεση επιρροή του.      
Στο φύλλο της «Άρτας» με ημερομηνία 14 Οκτωβρίου 1881 αναπτύσσεται η πρώτη αντιπαράθεση με τον Γ. Παχύ μέσω των υβριστικών επιστολών κάποιου Μάρκου Γιαννούλη, ο οποίος τον κατηγορεί για αθέτηση της υπόσχεσης διορισμού του στο ταχυδρομείο! Στη συνέχεια γίνεται απευθείας επίθεση στον Παχύ, τον οποίο αποκαλεί Ιταλό, γιατί ξεσηκώνει τους χωρικούς. Στο επόμενο φύλλο[7] της εφημερίδας ο Γ. Παχύς ζητά τη δημοσίευση επιστολής «Δυνάμει του περί του Τύπου νόμου… εις απάντησιν των όσων σας έγραψε… κατ’ εμού Γιαννούλης τις, πλάττων ψεύδη δια λόγους ους αυτός οίδε…». Εν τω μεταξύ, στις 13 Οκτωβρίου μετά από αίτηση του Κ. Καραπάνου στο Ειρηνοδικείο Άρτας ορίσθηκε η συζήτηση εναντίον των πετανιτών καλλιεργητών που «ήρξαντο αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως καλλιεργούντες τας γαίας του»[8]. Η συζήτηση έγινε στον τόπο των επίδικων γαιών και ο Ειρηνοδίκης κ. Δεληγιάννης δέχεται τα προσωρινά μέτρα που ζήτησε ο Καραπάνος, ενώ οι πετανίτες άσκησαν έφεση στην απόφαση. Η εφημερίδα του τσιφλικά δραματοποιεί τα γεγονότα και συσπειρώνει τους μικρούς γαιοκτήμονες γύρω από τον μεγαλοτσιφλικά, ακολουθώντας την πολιτική του φόβου:
«Αγρία είνε η όψις, ον ήρξατο παρουσιάζον από τινων ημερών το υπό της πολιτικής αγυρτείας, κατ’ ευφημισμόν, επικληθέν αγροτικόν ζήτημα. Διερχόμεθα σοβαράς ημέρας και δεν τρέχομεν μόνο τον κίνδυνον να ίδωμεν αρπαζομένην και ληστευομένην την περιουσίαν μας, αλλά και να κλαύσωμεν επί σωρού πτωμάτων συμπολιτών και φίλων αμυνομένων υπέρ της ζωής και της ιδιοκτησίας αυτών. Οι χωρικοί υπούλως και τεχνηέντως χειραγωγούμενοι, εθρασύνθησαν πλέον. Η προγραφή της ιδιοκτησίας μας ήρξατο από της 26 Οκτωβρίου τελουμένη επισήμως και πανηγυρικώς… Ιδού εις ποίαν θέσιν έφερον τα πράγματα οι πολιτικοί αγύρται και δημαγωγοί, οίτινες θα τολμήσωσιν αύριον να επιζητήσωσι την ψήφων ημών […] Η 26 Οκτωβρίου το απέδειξε! Γνωστή είνε στους ημετέρους συμπολίτες η ανέκαθεν επικρατούσα συνήθεια, της εισαγωγής των προβάτων υπό των ποιμένων εις τα βοσκάς των χωρίων μας, κατά την ημέραν του Αγίου Δημητρίου. Ενώ οι ποιμένες ωδήγουν τα πρόβατά των εν ταις βοσκαίς της περιφερείας του χωρίου Κομπότι, μισθωθείσας αυτοίς υπό του ιδιοκτήτου κ. Κωνς. Καραπάνου, σύσσωμοι οι χωρικοί του Κομποτίου επιτέθησαν εκ συστάσεως ένοπλοι κατά τε των ποιμένων και των προβάτων και εν κακή καταστάσει εξεδίωξαν αυτούς. Τοσαύτη κατά την περίστασην ταύτην υπήρξεν η θρασύτης και η προς διάπραξιν του αδικήματος επιμονή και απόφασις των χωρικών, ώστε ουδ’ αυτή η επεμβάσα στρατιωτική δύναμις κατόρθωσε να διαλύσει αυτούς και ο κίνδυνος συγκρούσεων και αιματοχυσίας προεμηνύετο προφανής και άφευκτος, αν οι ποιμένες και οι άνθρωποι του ιδιοκτήτου δεν υπεχώρουν και δεν επεδείκνυον χριστιανικήν όντως υπομονήν και απάθειαν! Η αυτή πράξις επανελήφθη και υπό των χωρικών του χωρίου Συκεαίς και ετέρων χωρίων…»[9]. Οι χωρικοί όλων των χωριών, ύπουλοι και χειραγωγούμενοι, από τη μια πλευρά και οι «ανθρωποι του ιδιοκτήτου» με την «χριστιανικήν υπομονήν» από την άλλη είναι ήδη σε θέση μάχης και αναμένουν το σύνθημα.
 Στο πολιτικό πεδίο, ο Κ. Καραπάνος στις πρώτες εκλογές εκλέγεται άνετα βουλευτής, επικρατώντας πλήρως στην πόλη της Άρτας, ενώ ο Γ. Παχύς εκλέγεται προηγούμενος κατά 35 ψήφους του καραπανικού υποψηφίου Ι. Αντωνόπουλου. Η εφημερίδα «Άρτα» θα επιτεθεί με σφοδρότητα εναντίον των μοχθηρών και απάτριδων, που «…ληστεύσαντες το ταλαίπωρον ημών έθνος και πλουτήσαντες, άνθρωποι εξαπατήσαντες άλλοτε την ιταλική κυβέρνησιν πέμψασαν τον στόλον αυτής εις Πειραιά ως φόβητρον, όπως προστατεύση αυτούς και καταβροχθίσωσι τας σκωρείας του Λαυρίου, δεν ησχύνθησαν να παρασταθώσιν εις Άρταν ως πατριώται, ενώ την μέχρι της χθες ήσαν Ιταλοί, και ζητήσωσι να εκλεχθώσι βουλευταί, νομίσαντες οι πολιτικοί αυτοί αγύρται ότι δια του ψεύδους και της απάτης, την οποία μεταχειρίσθησαν όπως φέρωσι την διαίρεσιν μεταξύ χωρικών και γαιοκτημόνων, ήθελον εξαπατήσει και τους κατοίκους της πόλεως ταύτης…».
Στο παραπάνω κείμενο γίνεται αναφορά στο Λαύριο, όπου όντως ο Γ. Παχύς δεν έδειξε την ίδια ευαισθησία για τους εργάτες των ορυχείων, όπως φάνηκε να δείχνει για τους χωρικούς της Άρτας. Πέραν, όμως, των εσωτερικών αντιθέσεων των Ελλήνων μεγαλοαστών, το αγροτικό κίνημα θα κορυφωθεί το καλοκαίρι του 1882, συμπίπτοντας με τη δημοσίευση του φυλλαδίου του Γ. Παχύ για «Το εν Ηπείρω αγροτικόν ζήτημα», το οποίο θα δημοσιευθεί στην «Παλιγγενεσία», ενώ η εφημερίδα του Καραπάνου θα χαρακτηρίσει «παραλύριμα»(sic)! Ο βασικός ψόγος θα είναι ότι ο «Λαυριοφάγος» Παχύς στρέφεται μόνο εναντίον του Καραπάνου «αποφεύγων να είπη τι και περί των άλλων ιδιοκτητών της τε Ηπείρου και Θεσσαλίας…»[10]! Ο υπαινιγμός υποδηλώνει ότι η αντιπαράθεση των δύο μεγαλοαστών είναι σε προσωπική.  
Και η εφημερίδα συνεχίζει επαινώντας τον εκδότη της… Καραπάνο που «… πάντοτε μεν, αλλ’ ιδία κατά τα τέσσερα τελευταία έτη αφιερώθη ψυχή τε και σώματι εις το εθνικόν ζήτημα και μετέβαινεν από Κ/πόλεως εις Βιέννην, από Βιέννης εις Βερολίνον, από Βερολίνον εις Παρισίους, από Παρισίων εις Λονδίνον και τανάπαλιν, ίνα δια των υψηλών αυτού σχέσεων και των εξόχων γνωριμιών του συντελέση προς αισίαν ευόδωσιν του εθνικού ζητήματος(σ.σ. και να κατοχυρώσει τις ιδιοκτησίες του)… Ο δε το φυλλάδιον γράψας(σ.σ. ο Γ. Παχύς) υπό ξένην εθνότητα επλούτιζεν εις βάρος του έθνους… (ενώ) δια βασιλικού διατάγματος, όπως και ο πολύς Σιούμαν, εχειροτονείτο πολίτης Έλλην…».
Το βασιλικό διάταγμα με το οποίο ο Γ. Παχύς έλαβε την ελληνική ιθαγένεια αλλά και η συγγένειά του με τον άνθρωπο του παλατιού Αλ. Σκουζέ αποδεικνύει τη στενή σχέση του πρώτου με τον βασιλιά.
Αλλά επανερχόμενοι, στην «Άρτα», διαπιστώνουμε ότι είναι τέτοια η απελπισία του καραπανικού αρθρογράφου που θα γράψει ότι
«Αληθώς ειπείν, εάν ήτο άλλη εποχή, πας τις ήθελεν υποθέσει ότι η νέα Ελλάς είναι φωλεά Κοινωνιστών και ότι επιζητεί την κατάργησιν… της ιδιοκτησίας»[11]

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

[1] Πατέρα του μεγάλου μαθηματικού Καραθεοδωρή
[2] Αλέξης Φραγκιαδάκης: Ελληνική οικονομία 19ος-20ός αιώνας, Νεφέλη, 2008
[3] Κ. Καραπάνου «Η δημοκοπία αγωνιζομένη…» σελ. 38 και 39
[4] Στο ίδιο
[5] Στο ίδιο, σελ. 82
[6] Ο Κ. Καραπάνος κάνει εκτενή ιστορική αναφορά στο ιδοκτησιακό καθεστώς στο Ζάρκο μέχρι την πλήρη κατοχή του από τον πεθερό του Χρηστάκη Ζωγράφο το 1874.
[7]  Εφημερίδα «Άρτα» 23 Οκτωβρίου 1881
[8] Εφημερίδα «Άρτα» 1 Νοεμβρίου 1881
[9] Στο ίδιο φύλλο της «Άρτας»
[10] Εφημερίδα «Άρτα» 18 Ιουνίου 1882

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

14 Το αγροτικό ζήτημα - Το Ματωμένο Θέρος του 1882




Το αγροτικό κίνημα στην Άρτα και στη Θεσσαλία –αλλά και στην Κέρκυρα πριν[1]- στρέφεται εν πολλοίς εναντίον συγγενών, του Κ. Καραπάνου και του πεθερού του, Χρηστάκη εφέντη Ζωγράφου, αλλά εκφυλίζεται ιδεολογικά στην αντιπαλότητα των «πάνω» και μεταξύ πόλης-χωριού. Επίσης, αν στην Άρτα έχουμε το συμβιβασμό των Καραπάνου και Παχύ, στη Θεσσαλία έχουμε τη δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα, που δημιούργησε τις συνθήκες για την εξέγερση του 1910.

Η Άρτα, ήταν η «αρτυμή του κόσμου»(χαρακτηρισμός του Σεραφείμ Ξενόπουλου) ως το 1881. Παραδόξως, η απελευθέρωσή της σήμανε και την παρακμή της πόλης. Για τον Π. Πετσιμέρη(περ. «Πρόταση», 1995) το πρόβλημα της πόλης «αρχίζει από τη στιγμή που ο ιδιότυπος φεουδαλισμός της περνάει στον μεταπρατισμό, χωρίς μια μετάταξη ή μετάβαση στη βιομηχανική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα η πόλη να βρεθεί με χαμηλό βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών της τάξεων στη μεταβιομηχανική εποχή…». Αλλά αυτή είναι μία γενική διαπίστωση που ισχύει για ολόκληρη την Ελλάδα. Η παρακμή της Άρτας αρχίζει το 1881 όταν αποκόπτεται από τον «χρυσό μπαξέ» της, από τον κάμπο, που παραμένει υπό τουρκική κατοχή για μία εικοσαετία ακόμη. Τότε αρχίζει η μεγάλη μεταβολή στην οικονομία και στον πληθυσμό της. Οι υπάρχουσες βιοτεχνίες και τα εργαστήρια παρακμάζουν, ή μεταφέρονται στο βορρά (μετακόμιση Εβραίων και άλλων εμπόρων στα Ιωάννινα). Ο Σ. Ξενόπουλος σημειώνει «Η άλλοτε σημαντική των Αρταίων βιομηχανία ηλαττώθη ουσιωδώς. Η γουνοποιΐα και γουνοδεψία ολοτελώς εξέλιπεν. Η βυρσοδεψία, αρχαιοτάτη και αύτη τέχνη, διατηρείται εισέτι εν Άρτη… η χρυσοχοΐα, λείψανα μόνον έχει της άλλοτε ακμής αυτής… Εις την αυτήν κατηγορίαν υπάγονται και άλλαι αυτόθι βιομηχανικαί τέχναι, η των αλειμματοποιών, η των υποδηματουργών, η των τσαρουχοποιών, η των βαφέων, η των χρυσοκεντιστών(σαράτσηδων), των φλωκατοποιών, η των χαλκέων, η των σιδηρουργών, η των τεκτόνων, η των κτιστών και των ζαχαροπλαστών, ων η παραγόμενη ωφέλεια δυσανάλογος υπάρχει προς τας ανάγκας των κατοίκων, μάλιστα ήδη εν τοις ούτω περιορισμένοις ορίοις στερουμένων των πλειόνων και ιδίας κατοικίας. Η των πραγμάτων αυτή χαλάρωσης προκύπτει εκ της ατυχώς συνηθείας των Αρταίων, μη αγαπώντων την αποδημίαν, εξ αριδήλως προέρχεται κέρδος, ηθική τε και νοερά βελτίωσης…». Ο Ξενόπουλος παραθέτει τα μειονεκτήματα των Αρτινών έναντι των ταξιδεμένων «Ζαγορισίων» που «εισήγαγαν την ευρωπαϊκή βιομηχανία». Η ανταγωνιστική «ζαγορίσια» βιοτεχνία επιβάλλεται πλήρως. Τότε αρχίζει και η κάθοδος των ορεσίβιων. Οι Μελισσουργοί από 1710 κατοίκους το 1881, έχει μόνο 168 το 1920. Ο εποικισμός της Άρτας από ένα πολυπληθές και ανεπάγγελτο «υπο-προλεταριάτο» είναι γεγονός. Τόσο στην απογραφή του 1881 όσο και σ’ αυτή του 1920 οι ανεπάγγελτοι ανέρχονται στο 60-70% του συνολικού πληθυσμού! Το αρτινό ιστορικό τοπίο πνίγηκε από τη δράση των εποίκων της και από τη δράση των «καπιταλιστών της πεντάρας» διαπιστώνει ο Πετσιμέρης. Μπορεί και να έχει δίκιο. Αλλά τι μπορεί να σχεδιάσει κανείς απέναντι σ’ ένα απελπισμένο πλήθος που κάπου θέλει να βάλει το κεφάλι των παιδιών του και το δικό του;  
   
Ο δημοσιογράφος  της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι» απέδιδε, όπως προαναφέραμε την έλλειψη ενθουσιασμού των απελευθερωμένων αρτινών, στην «υποτακτικότητα» και τη δουλικότητά τους λόγω της μακρόχρονης τουρκικής δουλείας[2]. Κι αυτό γιατί αγνοούσε το πρόβλημα που προέκυψε από την αποκοπή του κάμπου από την πόλη και το πρόβλημα των συνόρων, καθώς οι κάτοικοι των ορεινών χωριών που κατέβαιναν στην πεδιάδα της Άρτας και της Πρέβεζας για να περάσουν το χειμώνα με τα ποίμνιά τους ήταν δύσκολο και κοστοβόρο να επανέλθουν σ’ αυτά λόγω των φόρων, των δασμών και των περιορισμών που έθεταν οι Οθωμανοί. 
Ομοίως, δεν γνώριζε το αγροτικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην περιοχή της Άρτας το 1873, όταν ο Καραπάνος αγόρασε την περιοχή από τον Μουσταφά πασά και ο πατέρας του Γεράσιμος έσυρε παπάδες[3]  και κατοίκους πολλών χωριών από τα αλώνια τους στις φυλακές των Ιωαννίνων, της Άρτας και της Πρέβεζας. Πολύ περισσότερο αγνοούσε ότι οι Έλληνες που διαδέχτηκαν τους Τούρκους ήταν χειρότεροι από τους δεύτερους.
Κι όμως, ο ειδικός απεσταλμένος της εφημερίδας όφειλε να γνωρίζει, καθώς το καλοκαίρι του 1881, που μόλις είχε παρέλθει, στην εφημερίδα «ΑΙΩΝ»(1881)[4] υπήρχε αναδημοσίευση επιστολής «εξ Αθηνών προς την αυγουσταίαν Γενικήν Εφημερίδαν(Allgemeinen Zeitung)», που πληροφορούσε όχι μόνο το ελληνικό αλλά και το ευρωπαϊκό κοινό για τα διαδραματιζόμενα στην Άρτα. Συγκεκριμένα σημειωνόταν ότι «Εκ του αγροτικού ζητήματος, του αναφυέντως εν τω προσαρτηθέντι τμήματι της Ηπείρου, και εκ του τρόπου της προσωρινής αυτού λύσεως, λαμβάνω το ενδόσιμον, όπως και αύθις είπω βραχέα τινα περί της εν Ελλάδι εφαρμογής των νόμων και της διοικήσεως εν γένει… Ουδαμώς ωφελεί η απόκρυψις της αληθείας∙ η διοίκησις, ως εφαρμόττεται υπό των Ελληνικών Αρχών, εκτός ολιγίστων εξαιρέσεων, είναι καθ’ ολοκληρίαν τουρκική. Τούτο τρανώς καταδείκνυσιν η ήσυχος δήθεν λύσις του αγροτικού ζητήματος εν τοις χωρίοις της Άρτης, περί ης, ως μεγίστου κατορθώματος, μυθοπλαστούσιν αι υπουργικαί εφημερίδες».

Συνεπώς, το πρόβλημα δεν είναι η «αποχαύνωσης» των κατοίκων λόγω της «τουρκικής δουλείας», όπως διατείνεται ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι», αλλά το αγροτικό πρόβλημα που τέθηκε κάτω από το χαλί(«η ήσυχος δήθεν λύσις του αγροτικού ζητήματος»), αντί της εφαρμογής των νόμων, υπό της διοικήσεως εν γένει, η οποία όπως είδαμε «είναι καθ’ ολοκληρίαν τουρκική». Τι σημαίνει όμως αυτό; Το διασαφηνίζει ο ίδιος ο Κ. Καραπάνος στο πόνημά του «Η δημοκοπία αγωνιζομένη να δημιουργήσει αγροτικόν ζήτημα εν Ηπείρω και Θεσσαλία», όπου σημειώνει: «Νομίσας(σ.σ. ο Γ. Παχύς), ότι δια των επιστολών του δυσκόλως ήθελε πείσει τους χωρικούς περί της μετά των υπουργών φιλικής σχέσεώς του[5] και ωθήσει αυτούς εις πλήρη ρήξιν και επανάστασιν κατά των ιδιοκτητών, κατόρθωσε να φέρη εις Αθήνας τον Ηγούμενον της Μονής Σελάδων και τρεις χωρικούς εκ του χωρίου Κομπότι, τον Σ. Παππαρίζον και δύο άλλους. Τούτους περιφέρων από υπουργείον σε υπουργείον εβεβαίου περί της φιλίας του μετά των υπουργών και της δήθεν υποστηρίξεως, ής ετύγχανον παρ’ αυτοίς οι κατά της ιδιοκτησίας δοξασίαι αυτού. Οι χωρικοί ούτοι υπέγραφον καθ’ ημών διατριβάς, ων ηγνόουν ίσως το περιεχόμενον και ας εδημοσίευεν εν τισι των αθηναϊκών εφημερίδων. Μετά την αναχώρησιν των χωρικών τούτων δι’ Άρταν ο κ. Παχύς εξηκολούθησε ο ίδιος το έργον, όπερ είχεν ήδη εγκαινίσει. Δια σειράς δε μη αληθών ειδήσεων κατώρθωσε να πείση τους χωρικούς ότι η εκ της εις την Ελλάδα προσαρτήσεως επελθούσα πολιτική μεταβολή επήνεγκεν ωσαύτως και την κατάργησιν της ιδιοκτησίας»[6]. Άρα, για τον Καραπάνο δεν έχουμε απελευθέρωση της Άρτας και της Θεσσαλίας από την Οθωμανική κατοχή αλλά μία απλή «πολιτική μεταβολή»! Ομοίως, ταυτίζει την αμφισβήτηση της δικής του ιδιοκτησίας ως γενικευμένη αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας. Άλλως πως, ότι ο Παχύς ήταν ένας αναρχικός ή κομμουνιστής, που αμφισβητεί την ιδιοκτησία, ήτοι τα… ιερά και όσια. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η εφημερίδα του Καραπάνου «Άρτα». 
Στην επιστολή που δημοσίευσε η γερμανική εφημερίδα Allgemeinen Zeitung και αναδημοσιεύει ο «ΑΙΩΝ» σημειώνεται: «…Εκτός του ότι το σπουδαιότατον εκείνο και πολυπλοκώτατον ζήτημα(σ.σ. το αγροτικό) είναι αδύνατο να λυθεί διοικητικώς, και οι κάτοικοι των χωρίων Πέτα, Κομπότι, Συκιά, Λιμίρι(sic, εννοεί Λιμίνι), Σελλάδες κλ. εξακολουθούσιν εντόνως διαμαρτυρούμενοι κατά της παραβιάσεως των υποτιθέμενων δικαιωμάτων αυτών, ουδείς δικαιούται να ομιλή περί ησύχου προσωρινής λύσεως του προκειμένου ζητήματος, δια τον απλούστατον λόγον, ότι ο βασιλικός Επίτροπος[7], δια των υπ’ αυτόν χωροφυλάκων και στρατιωτών, εξηνάγκασε δια κτηνώδους βίας τους χωρικούς να πληρώσωσι το εν τρίτον της συγκομιδής εις τους μεγαλοκτηματίας… Ο βασιλικός Επίτροπος, άνευ δικαστικής αποφάσεως, αυθαιρέτως, δια καταπιέσεων, απειλών κλ., εβίασε τους χωρικούς εις απόδοσιν του γεωμόρου. «Η κυβέρνησις έγινε χωροφύλαξ του Καραπάνου», λέγει το έγγραφον εκείνο (σ.σ. το οποίο έχει περιέλθει στα χέρια του επιστολογράφου), «μόνα τα δικαστήρια εισιν αρμόδια να αποφασίσωσι περί του προκειμένου ζητήματος»… Είναι δε πρόδηλον, ότι αν η αυτή κακοδιοικησία εξακολουθήση εν ταις προσαρτηθείσαις τη Ελλάδι επαρχίαις, τάχιστα θα εξατμισθή ο ενθουσιασμός των κατοίκων, και την θέσιν αυτού θα καταλάβη πικρόν και δυσμενές αίσθημα…». Ιδού, λοιπόν, μία άλλη αιτιολογία για την έλλειψη ενθουσιασμού των κατοίκων των απελευθερωμένων εδαφών. Η σκληρότερη δουλεία στην οποία υπέβαλλαν τους κατοίκους οι τσιφλικάδες, ή μάλλον το «βαθύ παρακράτος»[8] τους εξανέμισε και την τελευταία ικμάδα όχι μόνο του ενθουσιασμού αλλά και της όποιας ελπίδας για καλύτερη ζωή των δύστηνων Αρτινών και Θεσσαλών. Με άλλα λόγια, η Θεσσαλία και η Άρτα απελευθερώθηκαν μεν από του Οθωμανούς, για να δουλωθούν στη συνέχεια στους «τουρκίζοντας χριστιανούς», όπως θα έλεγε ο Κοραής.     

  H αντιπαράθεση για το αγροτικό ζήτημα στην Άρτα έγινε και μέσα από τα κείμενα των δύο πρωταγωνιστών, του Γ. Παχύ και του Κ. Καραπάνου. Στο βιβλίο «Το εν Ηπείρω ΑΓΡΟΤΙΚΟΝ ΖΗΤΗΜΑ του Γεωργίου Παχύ, βουλευτού Άρτας» σημειώνεται:
«Περί τας αρχάς του μηνός Δεκεμβρίου 1873 επιτροπή αποτελουμένη εκ δέκα προκρίτων των χωρίων Πέτα και λοιπών του τμήματος Βρύσεων, της Επαρχίας Άρτης, ελθούσα ενταύθα με παρεκάλεσεν, ίνα εξ ονόματος και κατ’ εντολήν των κατοίκων των ειρημένων χωρίων ενεργήσω, ει δυνατόν παρά τω εν Αθήναις τότε πρεσβευτή της Υ. Πύλης Εσαάδ Μπέη, όπως δ’ αυτού λάβη γνώσιν η Οθ. Κυβέρνησις της όλως εκρύθμου καταστάσεως, εν η διετέλουν τότε οι κάτοικοι των πλείστων χωρίων της Άρτης, ων ηπειλούντο να αρπαγώσιν εξ εφόδου και εναντίον παντός Τουρκικού νόμου αναμφισβήτητα επί των γαιών αυτών δικαιώματα. Μοι παρέστησαν μετά πόνου ότι, εν όσω η Πύλη δια των υπαλλήλων αυτής εισέπραττε τον φόρον του ιμόρου, (άδικον μεν καθ’ εαυτόν και παράνομον, ως βία επιβληθέντα υπό του Ααλή-Πασά απλού διοικητού) εν όσω οι λοιποί οθωμανοί, προς ους η Πύλη κατά καιρούς μετεβίβαζε το δικαίωμα της εισπράξεως του ιμόρου εισέπραττον αυτό, επιέχοντο μεν δεινώς δια του επαχθούς τούτου φόρου, αφαιρούντος αυτοίς πάσαν ικμάδα, αλλ’ ουδείς ούτε η Πύλη ούτε οι λοιποί οθωμανοί, προς ους αύτη μετεβίβαζε κατά καιρούς το δικαίωμα της εισπράξεως, εσκέφθησαν να θεωρήσωσιν άλλως ή ως φορολογίας το ίμορον, ουδέ επειράθησαν να επεκτείνωσιν αυτό εις γαίας απηλλαγμένας του είδους τούτου της φορολογίας. Αφ’ ης όμως στιγμής οι υιοί του αποθανόντος Μουσταφά Πασά μετεβίβασαν το δικαίωμα της εισπράξεως του ιμόρου εις τον υιόν του επιστάτου αυτών κύριον Κ. Καραπάνον, η τύχη αυτών ήλλαξεν επί το χείρον. Διότι, ως έλεγον, οι επιστάται και αντιπρόσωποι αυτού, εν Κωνσταντινουπόλει διαμένοντος, συνεννοούμενοι μετά των εν Άρτη τούρκων υπαλλήλων της Κυβερνήσεως, επειρώντο δια παντός βιαίου μέσου να αποξενώσωση τους κατοίκους των χωρίων της περιουσίας των. Εκβιάζουσι αυτούς δια παντοίων καταθλίψεων να συνομολογήσωσι μετά του κ. Καραπάνου συμβόλαια προσδιδόντα αυτώ τελείαν επί των γαιών των κυριότητα, ην οι πατέρες αυτών προ αιώνων ακεραίαν διετήρησαν και υπό αυτήν έτι την επήρειαν της πλεονεξίας του διαβόητου Αλή. Υποβάλλουσι παρανόμως εις τέλος ιμόρου γαίας ουδέποτε εις τούτο υποβληθείσας και επιβάλλουσιν ασεβείς χείρας και επ’ αυτάς έτι τας εκκλησιαστικάς και μοναστηριακάς γαίας, τας οποίας ου μόνον η Πύλη αλλά και ο άπληστος Αλή-Πασάς αφήκεν ελευθέρας ιμόρου. Επειδή δε οι κάτοικοι των χωρίων ηρνούντο να χορηγήσωσιν οικειοθελώς τω Κ. Καραπάνω όσα ως έλεγον απήτει παρ’ αυτών εναντίον ρητών διατάξεων των Τουρκικών νόμων, ήχθησαν εν αγνοία της Οθωμ. Κυβερνήσεως δεμένοι ως κακούργοι εις Ιωάννινα ολοκλήρων χωρίων οι κάτοικοι μετά των γυναικών και παίδων και καθείρχθησαν επί μήνας ολοκλήρους εν ταις υγραίς των Ιωαννίνων φυλακαίς, άλλοι δε πάλιν, εγκαταλιπόντες ένεκα των καταπιέσεων την και τους οίκους και καταφυγόντες εις το Ελληνικόν, συνελήφθησαν παρά το εικός εν χώρα Ελληνική υπό Τούρκων στρατιωτών και ωδηγήθησαν αύθις μετά χλευασμών και δεμένοι εις την γην την οποία είχον αναγκασθή να εγκαταλίπωσι. Μοι προσέθετον δε οι επίτροποι των τυραννουμένων χωρικών, ότι την βίαν και τα κακώσεις υπέμειναν οι κάτοικοι των χωρίων και θα υπομείνωσιν, αλλά θα αντιστώσι μέχρις εσχάτων και θα προτιμήσωσι να αποθανωσι μάλλον παρά να υποκύψωσιν εις τα παρανόμους και σκληράς αξιώσεις των δικαιοδόχων των τέκνων του Μουσταφά. Ταύτα μοι έλεγον οι ατυχείς εκείνοι επίτροποι των απροστατεύτων κατοίκων των χωρίων προ εννέα περίπου ετών, ότε ουδείς βεβαίως υπήρχεν ο εξερεθίζων αυτούς δια σκοπούς πολιτικούς»[9](σ.σ. πρόκειται για απάντηση σε ισχυρισμό του Κ. Καραπάνου).
Ο Παχύς παραθέτει ως μάρτυρες των όσων λέει τον πρέσβη Εσαάδ Πασά και τον γενικό πρόξενο της Υ. Πύλης Μ. Αξελό, ενώπιον των οποίων οδήγησε ο ίδιος τους επιτρόπους των χωριών της Άρτας το 1873. Ποια ήταν η στάση του Παχύ; Τι συμβούλευε στους ανθρώπους των οποίων εξέφραζε την αδικία και τον πόνο; Να κάνουν υπομονή!
«Συνεβούλευσα αυτούς να υπομένωσιν, ελπίζοντες εις αισιώτερον μέλλον και έχοντες την πεποίθησιν ότι, εάν η πατρίς ημών ήθελεν ελευθερωθή, θέλουσιν εύρη προστασίαν υπό το Ελληνικόν Σύνταγμα και παρά της αδεκάστου Ελληνικής δικαιοσύνης. Να προσπαθήσωσιν εν τούτοις, επανελθόντες εις την πατρίδα, να βιώσωσι μετά των νέων αυτών τυράννων συνδιαλακτικώτερον βίον. Αλλά συνεβούλευσα αυτούς επίσης να διατηρήσωσι δια πάσης θυσίας υφιστάμενα πάντοτε τα δικαιώματα αυτών, και τούτο έπραξαν, ως θέλετε παρατηρήση εν τη επισυνημμένη εκθέσει μου, διατηρήσαντες τωόντι ακέραια και αμείωτα μέχρι της μετά της Ελλάδος ενώσεως ως αληθείς μάρτυρες. Πριν όμως αναχωρήσωσιν απεφάσισαν να καταστήσωσι γνωστά εις το Ελληνικόν κοινόν τα μαρτύρια, εις α υπέβαλλεν αυτούς, ως ισχυρίζοντο, ο κ. Καραπάνος και προς τον σκοπόν τούτον διεμαρτυρήθησαν πολλάκις δια του Ελληνικού τύπου, διατραγωδούντες τα παθήματα αυτών»[10].
Ο Γ. Παχύς παρηγορεί τους κατοίκους, παραπέμποντας την αναζήτηση των δικαίων τους στην απελευθέρωση αλλά και στην… αδέκαστο ελληνική δικαιοσύνη. Αφελής ιδεολόγος ή λαϊκίζων; Μάλλον και τα δύο. Ως γνωστόν και ο ίδιος συνελήφθη και φυλακίστηκε, αν και βουλευτής. Μάλιστα, η σύλληψή του ως έδειξαν οι διάλογοι στη Βουλή είχε προαναγγελθεί από την τοπική εφημερίδα του Καραπάνου «Άρτα»[11]. Πέραν τούτων, ο Παχύς δεν φαίνεται να υιοθετεί χωρίς επιφυλάξεις τις θέσεις των εκπροσώπων των χωρικών, αντιθέτως λαμβάνει αποστάσεις, λέγοντας χαρακτηριστικά «ως ισχυρίζοντο»! Παραθέτει δε τα λόγια των ίδιων των δεινοπαθούντων και συγκεκριμένα την επιστολή του πληρεξουσίου του Πέτα Πέτρου Παπαγεωργίου, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μέλλον»(21 Δεκεμβρίου 1873) και παρατίθεται στο πόνημα του Παχύ:
«Αξιότιμε κύριε συντάκτα του «Μέλλοντος»
Καταχωρίσατε εις το προσεχές φύλλον της εφημερίδος σας εις απάντησιν υπό τινος εφημερίδος των Ιωαννίνων καταχωρηθέντων τον Νοέμβριον και διαψευδόντων τα στο υπ’ αριθμ. 995 φύλλον της εφημερίδος σας δημοσιευθέντα, τα αποτρόπαια κακουργήματα άτινα ο κ. Καραπάνος(σ.σ. αναφέρεται στον Γεράσιμο Καραπάνο πατέρα του Κωνσταντίνου) εις τους δυστυχείς κατοίκους του χωρίου Πέτα της επαρχίας Άρτης ως αντιδίκους διαπράττει. Και πρώτον μεν ότι δεν επλήγωσε περίπου των 40 ανθρώπων επί του Σεραγίου, δεύτερον δε ότι οι ειρημένοι ατυχείς κάτοικοι οφείλουσι δήθεν το τρίτον γαιόμορον τω Μουσταφά πασά, όπερ βεβαιώ δεν είναι αληθές, διότι οι Πετανίται ουδέποτε έμειναν χρεώσται από 1847-1869 διόπερ και δύναμαι φέρειν μάρτυρας, ως τον κ. Ν. Τσελεπή, τον επί τριετίαν των ως είρηται χωρίων ενοικιαστήν Φεζόμπεη, ως και αυτόν τούτον τον κ. Καραπάνον. Απορώ πως ο συντάκτης της των Ιωαννίνων εφημερίδος τολμά να διαψεύδη ταύτα και να υπερασπίζεται τον πάσι γνωστόν δια τα αποτρόπαια εγκλήματά του κ. Γερ. Καραπάνον, όστις σκοπεί να εξολοθρεύση το ανωτέρω χωρίον, πληρών τας φυλακάς Άρτης και Ιωαννίνων εκ των ατυχών κατοίκων από 1869 μέχρι σήμερον και μεταφυλακίζων αυτούς εις τας φυλακάς Πρεβέζης, ίνα αποστερήση αυτούς του επιουσίου άρτου, ον οίκοθεν ελάμβανον, και αποθάνουν της πείνης ωσεί λησταί και κακούργοι, ένθα ευρίσκονται ήδη. Αλλ’ υπομονή αν ηρκείτο εις τούτο, έτερον τραγικόν συνέβη την 28 π. μ. 8βρίου. Τη διαταγή του εστάλη και έτερος Γιούζμπασης μετά του Μουλιαζήμου Κ. Ππογιάνη και 10 στρατιωτών εις το χωρίον και αφού επί τρεις ημέρας κατέλυσαν εις αυτό και έπραξαν ό,τι εδυνήθησαν έθραυσαν τέλος τα θύρας των οικιών των εν φυλακαίς και αφήρεσαν γεννήματα κλπ. άτινα απέστειλαν εις την οικίας Γ. Καραπάνου. Ταύτα ιδόντες οι κάτοικοι του χωρίου απεφάσισαν ομοθυμαδόν και ανεχώρησαν εξ αυτού. Λαβόντες δε μεθ’ εαυτών ό,τι εδυνήθησαν, ετράπησαν την προς Άννινον οδόν, συμποσούμενοι εις 90 οικογενείας, αλλ’ εκεί στρατιωτική δύναμις τους παρεκώλυσεν. Ερωτήσασα δε το αίτιον της φυγής των, ανεκάλυψεν ότι ουδέν παράπονον είχον κατά της Κυβερνήσεως, αλλ’ ένεκα των απανθρώπων πράξεων του κ. Γ. Καραπάνου έφυγον. Πάραυτα δε ειδοποίησε τον Καϊμακάμπεη του Νιζαμιού, ένθα άπαντες εξεπλήσσοντο μετά του Καϊμακάμπεη, όστις ιδών αυτούς καταβεβρεγμένους εκ των βροχών και ποταμών ους διέβαινον έως ότου φθάσωσιν εις Άρταν, τους έδωκε καταλύματα, ήναψε πυράν προς θέρμανσίν των και άρτον ίνα μη της πείνης αποθάνωσι. Αλλ’ ας ερωτήσωμεν τον Γ. Καραπάνον αν τα διαδραματισθέντα δικαίως εγένοντο, διατί εμποδίζει τους ατυχείς τούτους να μεταβώσιν εις Ιωάννινα και δώσωσι λόγον τω διοικητή; Βεβαίως ταύτα δεν γίνονται δικαίως, διότι ήδη το κραταιόν Δοβλέτι παραχωρεί πολλά προνόμια των υπηκόων αυτού ίνα πληρόνωσιν εν ανέσει τα βασιλικά δικαιώματα. Πέπεισμαι όμως ότι ταύτα εν αγνοία του κραταιοτάτου ημών άνακτος διαδραματίζονται, καθότι εν τω παρόντι αιώνι ουδέποτε συνέβησαν τοιαύτα αποτρόπαια εγκλήματα. Δια ταύτα διαμαρτυρόμεθα δι’ όσα αυτός διέπραξεν εις το ατυχές χωρίον από του 1869 μέχρι σήμερον… Αφού πληρώνει το χωρίον Πέτα ετησίως εις το Δοβλέτι 80 χιλ. γρόσια από δέκατα κλπ. διατί αυτός θέλει να πάρη ολόκληρον χωρίον σκλάβους δια δεκατρείς χιλ. γρόσια άπερ πληρώνει κατ’ έτος μοατζέλι, δηλαδή το τρίτον γαιόμορον; Αυτή είναι η αλήθεια.
Ο πληρεξούσιος του χωρίου Πέτα
Πέτρος Παπαγεωργίου» 

Ο Κωνσταντίνος Καραπάνος αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευαίσθητος στη μνήμη του πατέρα του Γεράσιμου, γι’ αυτό κάνει εκτενή αναφορά σ’ αυτόν στο πόνημά του «Η δημοκοπία αγωνιζομένη να δημιουργήσει αγροτικόν ζήτημα εν Ηπείρω», προσπαθώντας να αντικρούσει τόσο τον Πέτρο Παπαγεωργίου όσο και τον Γεώργιο Παχύ. Γράφει, λοιπόν, διερωτώμενος ρητορικά: «Αλλά τι εκτίθησιν ο αντιπρόσωπος ούτος; Παραλείπομεν τα ανδραγαθήματα του μακαρίτου Γερασίμου Καραπάνου, όστις, εβδομηκοντούτης περίπου ων, επλήγωσεν εν μια ημέρα ιδίαις χερσί περί τους 40 ανθρώπους(σ.σ. ο Παπαγεωργίου δεν λέει «ιδίαις χερσί», με τα ίδια του δηλαδή τα χέρια), επλήρωσεν ομοφύλων χριστιανών τας φυλακάς των Ιωαννίνων και της Άρτης, από το 1869 μέχρι το 1873 επί 4 έτη, ήρπαζε δια στρατιωτών γεννήματα από τα οικίας των χωρικών και απέστελλεν αυτά εις την οικίαν του, κλπ. Παραλείπομεν, λέγω(σ.σ. λέγει ο Καραπάνος), τας τερατολογίας ταύτας, περί ανδρός, περί ον ελέγετο κοινώς εν Άρτη «Ο Καραπάνος δεν φυλακόνει ποτέ»(σ.σ. άρα εδύνατο να «φυλακόσει»)!
Ο τσιφλικούχος στο περί «Δημοκοπίας…» πόνημά του να καταφέρεται κατά του Πέτρου Παπαγεωργίου αλλά και εναντίον του βουλευτή Γεωργίου Παχύ, που υιοθετεί τις θέσεις του πρώτου, ενώ «έδει να γινώσκη τας προσπαθείας του μακαρίτου Καραπάνου(σ.σ. του πατρός Γερασίμου), όπως σώση από τα φυλακάς πολλούς ένεκα των κινημάτων εκείνων φυλακισθέντων»[12]. Ο Κ. Καραπάνος παραδέχεται ότι υπήρξε όχι απλώς «κίνημα» το 1873 αλλά «κινήματα». Εξαιτίας των οποίων, μάλιστα, πολλοί εφυλακίσθησαν[13]. Η μόνη διαφωνία του είναι ότι ο επιστάτης πατέρας του όχι μόνο δεν φυλάκιζε αλλά και προστάτευε. Αν είναι έτσι, τότε ποιος φυλάκιζε; Ποιος έδινε την εντολή; Εκτός κι αν ο γιος Καραπάνος εννοεί ότι ο πατέρας του έλεγε ποιους ακριβώς έπρεπε οι στρατιώτες να συλλάβουν και να φυλακίσουν και ποιους ν’ αφήσουν. Συνεπώς, κάποιοι γλίτωναν ένεκα της… ακρίβειας των πληροφοριών του πατρός Γερασίμου κι έτσι δεν φυλακίζονταν και οι αθώοι!
«Αναξιοπρεπές νομίζομεν να αναιρέσωμεν τας ύβρεις και τας συκοφαντίας ταύτας τας παρά του κ. Παχύ κατά του αποβιώσαντος πατρός ημών δημοσιευομένας. Ασύγγνωστον άγνοιαν της καταστάσεως των πραγμάτων εν Τουρκία δεικνύει… Απατάται δε οικτρώς ο του φυλλαδίου συντάκτης αν νομίζη, ότι ο μακαρίτης πατήρ μου, ή πας άλλος ηδύνατο να φέρη δια της βίας ενώπιον του συμβουλίου τούτου χωρικόν τινα  ή άλλον ιδιοκτήτην, όστις να ομολογήση ότι επώλησε την ιδιοκτησίαν του…»[14]. Γιατί άραγε ο πατήρ Καραπάνος δεν μπορούσε να ασκήση βία; Όχι ασφαλώς «ιδίοις χερσί» αλλά δι’ άλλων; Αυτό μόνο η συγγνωστή ευαισθησία και αγάπη του υιού Κωνσταντίνου Καραπάνου για τον πατέρα του Γεράσιμο δύναται να μη το γνωρίζει.  

Τη χρονιά που οι Καραπάνος και Παχύς «μονομαχούν» με τα κείμενά τους, δηλαδή το 1882, το αγροτικό ζήτημα αποκτά νέα χαρακτηριστικά, ακόμη πιο άγρια εξ αιτίας της βίας των Ελλήνων γαιοκτημόνων και πιο συγκεκριμένα των επιτόπιων επιστατών, των μισθοφορικών ομάδων από αλβανούς ή ακόμα και από εγκληματίες(που επανδρώνουν τα σώματα αγροφυλακής!), τους χωροφύλακες, τους διοικητικούς και δικαστικούς παράγοντες της περιοχής και όλους εκείνους που αποτελούσαν το  ιδιότυπο και σχετικά αυτόνομο «παρα-κράτος» της μεταβατικής περιόδου του περάσματος από την οθωμανική στην ελληνική δικαιοδοσία. Πρόκειται για σχετική αυτονομία καθώς ο ίδιος ο Καραπάνος διέμενε είτε στην Κωνσταντινούπολη είτε στο Παρίσι είτε στην Αθήνα είτε στην Κέρκυρα και ελάχιστα στην Άρτα. Διοικούσαν, συνεπώς, οι επιστάτες και ο πληρεξούσιός του Βαρζέλης. Σύμφωνα δε με τον Γιώργο Δερτιλή «Οι Έλληνες γαιοκτήμονες απέφευγαν την προσωπική επιχειρηματική ενασχόληση με τα κτήματά τους» και δεν είχαν την άμεση εποπτεία της εκμετάλλευσής τους αφού «δεν έμεναν στις ιδιοκτησίες τους»[15]. Η απάντηση των κατοίκων είναι αρχικά η άρνηση παράδοσης του ίμορου[16], κρυφή συλλογή και αλώνισμα, οι παραστάσεις, έπειτα τα τηλεγραφήματα στη Βουλή, τέλος τα δημοσιεύματα των ελληνικών αλλά και των γερμανικών εφημερίδων!
Κατά την άποψη του Γεώργιου Παχύ «Τα γεγονότα… προ εννέα ετών γενόμενα μαρτυρούσιν ότι το εν τη πατρίδι μου αγροτικόν ζήτημα δεν εγεννήθη ούδ’ υπεκινήθη σήμερον ούτε μηνών τινών, αλλ’ εγεννήθη και υφίσταται υποκόφως από της εποχής του Αλήπασα[17] και οι χωρικοί πάντοτε διεμαρτύροντο. Ηνδρώθη όμως αφ’ ης ημέρας τα τέκνα του Μουσταφά μεταβίβασαν τω Κ. Καραπάνω το απλούν δικαίωμα της εισπράξεως του ιμόρου, ούτινος την φύσιν και την έκτασιν διενοήθησαν να επεκτείνωσι προς ίδιον όφελος και εις βλάβην των αγροτών (…) Προ 6 αληθώς μηνών και ευθύς μετά την απελευθέρωσιν της Άρτης, οι αυτοί των χωρικών πληρεξούσιοι, μετ’ άλλων ακόμη ελθόντες ενταύθα, μοι υπέμνησαν την τότε δοθείσαν υπόσχεσιν και μοι εζήτησαν να προστατεύσω αυτούς εν τη νομίμω διεκδικήσει των καταπατηθέντων δικαιωμάτων αυτών, ην συνεπάγεται η παρά της θείας προνοίας αποδοθείσα αυτοίς ελευθερία»[18].
Κατά τον Γ. Παχύ η ελευθερία υπάρχει εκ Θεού, άρα και η δικαιοσύνη! Ακόμη χειρότερα, ο βουλευτής στον οποίον ανέθεσαν οι αδικημένοι αγρότες την υπόθεσή τους, θεωρεί ότι τόσες χιλιάδες άνθρωποι αδικήθηκαν και τυραννήθηκαν «δια μόνο τον λόγον ότι είχον το ελάττωμα να είναι δούλοι και πτωχοί…»[19]. Είχαν, άρα, το ελάττωμα –σχεδόν την… αναπηρία- να είναι φτωχοί! Οι απόψεις του Γ. Πλατύ είναι καταδήλως υπερσυντηρητικές. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για κάποιον «πεφωτισμένο»[20] αστό αλλά για έναν ως φαίνεται εκ πρώτη όψεως ευαίσθητο στην αδικία πολιτικό, ή ακόμη για κάποιον που αξιοποιούσε την αντιπαλότητα των χωρικών με τον τσιφλικά για ψηφοθηρικούς λόγους. Από αυτόν, όμως, που επιτίθετο με σφοδρότητα στον Κ. Καραπάνο θα ανέμενε κανείς περισσότερο βάθος και αναλυτική ικανότητα, αλλά το βάθος της σκέψης, που βρίσκονταν στο ύψος πάντα των συμφερόντων του, αλλά και του «βαθέως παρα-κράτους» ανήκουν στον ιδιαίτερα μορφωμένο Κ. Καραπάνο. 
Απαντά στην κατηγορία του τελευταίου ο Παχύς για την «κατάργηση της ιδιοκτησίας» ως εξής: «Και αληθώς μετ’ επιτηδειότητος εσυκοφαντήθηκαν οι ατυχείς χωρικοί, ότι παρερμηνεύοντες δήθεν την εις αυτούς αποδοθείσαν ελευθερίαν διενοήθησαν να αρπάσωσιν εκ συστάσεως περιουσίαν εις άλλους ανήκουσαν. Και καλλιεργήθη ούτω παρ’ ημίν δυσμενής τις κατ’ αυτών γνώμη, αντί της συμπαθείας, ήτις οφείλεται εις πάντα αδικούμενον, εξεβιάσθη δε καταθλιπτική και παράνομος κατά των χωρικών διοικητική εκ μέρους της Κυβερνήσεως ενέργεια. Διότι οι ενοικιασταί του ιμόρου, επωφελούμενοι βεβαίως την άγνοιαν της Κυβερνήσεως, παρέσυραν αυτήν εις τα έκνομα ταύτα μέτρα, παραστήσαντες εαυτούς μετ’ επιτηδειότητος τελείους και πραγματικούς εκ προγόνων ιδιοκτήτας των γαιών του τμήματος της ελευθερωθείσας Ηπείρου, όπερ δήθεν ως μισθωταί καλλιεργούσι προ χρόνων αμνημονεύτων οι ραγιάδες χωρικοί, εις πολλάς αναβαίνοντες χιλιάδας και οίτινες εκ συστάσεως αρνούνται νυν να αναγνωρίσωσιν αυτούς ιδιοκτήτας»[21].
Ο βουλευτής Άρτας Γ. Παχύς καλεί την κυβέρνηση να μελετήσει και να ερευνήσει το ζήτημα και να μην προχωρήσει σε «παράνομα κατά των χωρικών μέτρα». Και η μόνη κατάλληλη έρευνα που μπορεί κατά την άποψή του να δείξει «τις εν τη προκειμένη διαφορά εστίν ο αδικών και τις ο αδικούμενος» είναι αυτή των δικαστηρίων[22]. Η βαρυσήμαντη έκθεση, συνεπώς, του Παχύ καταλήγει στην «παγίδα» του Καραπάνου που δεν είναι παρά η νομική λύση ενός κατ’ εξοχήν πολιτικού προβλήματος, όπως το αγροτικό ζήτημα. Και πρόκειται για παγίδα γιατί όπως θα έλεγε πολύ αργότερα ο Αλέκος Βαμβέτσος στο Πανελλήνιο Αγροτικό Συνέδριο του Βόλου(Σεπτέμβριος 1912) «Το δίκαιο είναι πάντα το δίκαιο της κρατούσης τάξης και όχι όλων των τάξεων» και ότι στην οργανωμένη δύναμη της μεγάλη ιδιοκτησίας οι αγρότες οφείλουν να αντιτάξουν την δική τους συλλογική και οργανωμένη δύναμη.                                     



[1] Το αγροτικό κίνημα στην Κέρκυρα είχε απέναντί του τον Τυπάλδο(υπήρχε συγγενής του Καραπάνου με αυτό το όνομα) και τον Πολυλά. Ο Καραπάνος ταξίδευε συχνά στην Κέρκυρα. Εκεί σύμφωνα με τον Γ. Κορδάτο(Ιστορία της Ελλάδας, τόμος ΧΙΙ) όταν ο βασιλιά Γεώργιος επισκέφτηκε την «Επτάνησον, παντού οι αγρότες τον υποδέχονταν με την κραυγή: «Δικαιοσύνη»…».  Η «γραμμή» των τσιφλικούχων ήταν κοινή, δεν υπάρχει αγροτικό ζήτημα, οι χωρικοί «είναι παρασυρόμενοι παρά τινων αγυρτών και λαοπλάνων… (που) μανιωδώς κατεφέροντο κατά των πολιτών εν γένει». Πολίτες ήταν οι κάτοικοι της πόλης, ως επί το πλείστον δημόσιοι υπάλληλοι και άνθρωποι των τσιφλικούχων. Αλλά και από την άλλη πλευρά, ο δικηγόρος και βουλευτής των αγροτών της Κέρκυρας Πολυχρόνης Κωνσταντάς μιλούσε για την «… την λύσιν των ζητημάτων των χωρικών Δήμων κατά του Δήμου της πόλεως». Ο Κορδάτος σημειώνει ότι οι «Παλιοί Καταχθόνιοι»(γαιοκτήμονες) έστειλαν επιστολή στη βασίλισσα της Αγγλίας και την καλούσαν να πάρει πίσω τα Επτάνησα γιατί η Ελληνική Βουλή«καταπατεί… τα δίκαιά των»!
[2] Η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας ίσως δεν προκάλεσαν λαϊκή ικανοποίηση λόγω της διάψευσης των αυξημένων προσδοκιών(περισσότερα εδάφη και ικανοποίηση άλλων εθνικών αιτημάτων) που προκάλεσε η «ευφορία των λογίων».
[3] Γνωστή η διαφορά των παπάδων, δηλαδή του κατώτερου κλήρου που ταυτίζονταν με τους «κάτω», και του ανώτερου κλήρου, που ανήκε στους «πάνω»
[4] Αντιθέτως, ο ειδικός ανταποκριτής της εφημερίδας των Αθηνών «Μη Χάνεσαι»(Σεπτ. 1881) σημειώνει: «…Σήμερον αναμένεται ο Κύριος Καραπάνος, η πέτρα του σκανδάλου. Το ζήτημα των χωρικών μετ’ αυτού το γνωρίζετε καλώς οι Αθηναίοι. Αλλ’ είναι ζήτημα, το οποίον ετέρωθεν εξάπτει φοβερά τα πάθη. Ως εκ τούτου θα πολεμηθεί δεινώς εν τοις χωρίοις ο Καραπάνος κατά τας προσεχείς βουλευτικάς εκλογάς, αν και η πόλις αποκλίνει υπέρ αυτού. Ενταύθα εύρον και τον Κύριον Παχύν μετά της Κυρίας του. Ειξεύρεις τι εστί μία femme politique εν Ελλάδι και δεν έχω ανάγκην να εκταθώ. Σου λέγω μόνον ότι επέτυχεν εδραίαν επιρροήν εν τη περιφερεία πάση». Ποια είναι η «πολιτική γυναίκα» του Παχύ, που είναι τόσο γνωστή και δεν χρήζει άλλων πληροφοριών είναι η κόρη του βασιλόφρονα Σκουζέ, η Αιμιλία.
[5] Εδώ ο Κ. Καραπάνος αναφέρεται σε επιστολή του Γεωργίου Παχύ στον Αναγνώστη Συμπέθερο, που αργότερα ο Δουρούτης παρουσιάζει ως κομματάρχη του τσιφλικά. Η επιστολή που παρατίθεται στο «Η δημοκοπία…» έχει ως εξής: «Κύριε Αναγνώστα Συμπέθερε. Ο Κύριος Ιωάννης Γούλας θα σας εγχειρίση την παρούσαν μου. Σκοπός μοι είναι δια της παρούσης μου, να σας παρακαλέσω, όπως μοι παρέξητε την συνδρομήν σας δια τα βουλευτικάς εκλογάς. Είμαι και εγώ Αρτηνός, και εάν και δεν έχω την τιμήν να σας γνωρίζω, παρά εκ φήμης, τολμώ να σας γράψω, επιφυλαττόμενος να λάβω την ευχαρίστησιν τάχιστα να σας γνωρίσω και προσωπικώς. Είναι ίσως τολμηρόν ν’ απευθύνωμαι απ’ ευθείας και να ζητήσω την συνδρομήν σας, τούτο όμως το κάμνω έχων το θάρρος, ότι θα δυνηθώ δια των μέσων μου  εδώ πολύ να ωφελήσω την επαρχίαν». Αυτό το χαρακτηριστικό του Παχύ, δηλαδή ότι διαθέτει «γνωριμίες» και «μέσα» επιχειρεί να αποδομήσει ο Καραπάνος!
[6] Κ. Καραπάνος, «Η δημοκοπία…», σελίδα 7, Αθήναι, 1882
[7] Βασιλικός Επίτροπος στην Άρτα διορίσθηκε ο Επαμεινώνδας Λουριώτης
[8] Ας μη λησμονούμε και το ρόλο της Εκκλησίας ως θεσμού στο πλαίσιο του «βαθέως παρακράτους». Στο φύλλο της 4ης Ιουλίου 1882 της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι» δημοσιεύεται μακροσκελής επιστολή που αναφέρει τις «ληστείες» και τους εκβιασμούς του περίφημου Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλου: «Κύριε Συντάκτα του Μη Χάνεσαι… Εκτός του λαϊκού Καραπάνου έχομεν εδώ και έναν κληρικόν Καραπάνον, ένα Δεσπότη Ταταυλιανόν, ονομαζόμενον Σεραφείμ, λείμωνον εναπομείνων εκ της μακαρία τη λήξει Τουρκικής δυναστείας. Προ ημερών περιοδεύει τα χωρία Τζουμέρκων… Λάβε υπομονήν να ακούσης τα άθλα του…». Αναφέρονται στην επιστολή πλείστα «άθλα» του μητροπολίτη Σεραφείμ, που παρατίθενται αλλού. 
[9] Το εν Ηπείρω ΑΓΡΟΤΙΚΟΝ ΖΗΤΗΜΑ υπό Γεωργίου Παχύ, βουλευτού Άρτης, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου των αδελφών Περρή, 1882
[10] Στο ίδιο
[11] Συντάκτης της κάποιος Κάος, που είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των αντιπάλων του τσιφλικά στην Άρτα
[12] Κ. Καραπάνος, Η δημοκοπία…, 1882, σελ. 20
[13] Η Αγγελική Σφήκα-Θεοδοσίου στη σελίδα 109 της διατριβής της(ΑΠΘ, 1988) σημειώνει ότι Αρτινοί χωρικοί έδιωξαν Οθωμανούς γαιοκτήμονες που πήγαν από τα Ιωάννινα στην Άρτα για να εισπράξουν το ίμορο. Η μελετητής σημειώνει ότι το γεγονός αυτό «δημιούργησε άσχημες εντυπώσεις και στον υπόδουλο πληθυσμό», χωρίς όμως να μας παραθέσει τις πηγές αυτής της διαπίστωσης!
[14] Κ. Καραπάνος, 1882
[15] Γ. Δερτιλής: Κοινωνικός μετασχηματισμός και στρατιωτική επέμβαση 1880-1909, Εξάντας, 1985
[16] Στην Άρτα οι καλλιεργητές αρνήθηκαν να αποδώσουν το μερίδιο (ίμορο) στους ιδιοκτήτες. Δεν συνέβη το ίδιο στη Θεσσαλία όπου ήταν σημαντικός ο κατασταλτικός ρόλος του στρατιωτικού διοικητή Δ. Γρίβα. Παρόλ’ αυτά οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν στο Ζάρκο Τρικάλων, χωριό που αγόρασε το 1874 ο Χρηστάκης Ζωγράφος
[17] Εδώ πρόκειται για δημόσιες γαίες. Συγκεκριμένα είναι η γη που ο Αλή πασάς υπήγαγε στη δικαιοδοσία του, αλλά η οποία δημεύτηκε από την Υψηλή Πύλη όταν ο Αλή πασάς εξοντώθηκε. Η γη αυτή εκποιήθηκε με το τανζιμάτ(1839) και το νόμο περί γαιών του 1858. Στην κατηγορία αυτή των δημοσίων γαιών (arazi-I emiriye) την ψιλή κυριότητα (rakabe) διατηρεί το κράτος, παραχωρώντας το δικαίωμα εξουσίασης(hakk-i tassaruf) σε Οθωμανούς ιδιώτες με αποδεικτικά έγγραφα (tapu senedi). Αυτοί με τη σειρά τους παραχωρούσαν τη χρήση (tassaruf επίσης) της γης σε επίμορτους καλλιεργητές, που είχαν υποχρέωση να δίνουν ένα μέρος της καλλιέργειας. Μετά το νόμο του 1858 η γη αυτή πουλήθηκε σε ευτελείς τιμές σε λίγους Οθωμανούς υπηκόους, οι οποίοι με τη σειρά τους την πούλησαν σε Έλληνες Οθωμανούς όπως οι Γ. Ζαρίφης, Κ. Ζάππας, Αντρέας Συγγρός, Χρηστάκης Ζωγράφος, Κωνσταντίνος Καραπάνος, Μπαλτατζής κ.ά. Στην ελληνοτουρκική σύμβαση του 1881 με… τουρκική απαίτηση διατηρήθηκαν τα δικαιώματα των Ελλήνων τσιφλικάδων στη γη που αγόρασαν από τους Οθωμανούς.     
[18] Γ. Παχύ, το εν Ηπείρω Αγροτικόν Ζήτημα…, 1882
[19] Στο ίδιο
[20] Αντιθέτως ο Μαρίνος Αντύπας ήταν ένας ιδιαίτερα μορφωμένος και ιδεολογικά εξοπλισμένος αναρχο-κοινωνιστής
[21] Γεωργίου Παχύ, βουλευτού Άρτης, «Το εν Ηπείρω Αγροτικόν Ζήτημα», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου αδελφών Περρή, 1882
[22] Πρόκειται για την εισαγωγή του «Εν Ηπείρω Αγροτικού Ζητήματος» του Γ. Παχύ, η οποία ουσιαστικά αφορά το ιστορικό της υπόθεσης και την αίτηση γνωμοδότησης από επιφανείς νομικούς πανελλαδικής εμβέλειας(Εν Αθήναις τη 28 Δεκεμβρίου 1881).